Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014
Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014
« ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ »
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, αγαπητοί μου φίλοι,
μας παρουσιάζει, στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, τον Χριστό να πηγαίνει σε
μια πόλη που την έλεγαν Ναΐν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές και πολύ πλήθος.
Την ώρα που πλησίαζαν την πύλη της πόλης αυτής, έβγαζαν ένα νεκρό, τον
μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ήταν και χήρα. Όταν είδε ο Κύριος την
χήρα την παρηγόρησε και αμέσως πλησίασε τον νεκρό και τον ακούμπησε
προστάζοντάς τον να σηκωθεί. Και αμέσως ο νεκρός ανακάθισε μέσα στο φέρετρο και
άρχισε να μιλάει. Ο Χριστός τότε τον παρέδωσε στην μητέρα του. Ο κόσμος μετά
από το θαύμα αυτό κυριεύθηκε από δέος και άρχισε να δοξάζει τον Θεό λέγοντας:
«Μεγάλος προφήτης εμφανίσθηκε ανάμεσά μας!» και «Ο Θεός ήλθε να σώσει τον λαό
του!» (ΛΟΥΚΑ 7, 16). Και ποιος δεν θα θαύμαζε ένα τέτοιο γεγονός!
Μπροστά στο μυστήριο του θανάτου μας
τοποθετεί η σημερινή Ευαγγελική διήγηση της ανάστασης του γιου της χήρας της Ναΐν:
«Μη κλαίε…νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (ΛΟΥΚΑ 7, 13-14). Το σκοτεινό αίνιγμα
του θανάτου φωτίζεται και η θλίψη διαλύεται, καθώς η πηγή της ζωής, ο Χριστός,
συναντά τον θάνατο και τον συντρίβει. Ο θάνατος είναι ένα συγκλονιστικό
γεγονός, που φαινομενικά τερματίζει το θαύμα της ζωής. Ο θάνατος μας κάνει να
φοβόμαστε για την ύπαρξή μας, αλλά και να πονάμε για τους ανθρώπους που
αγαπάμε, καθώς φεύγουν από την παρούσα ζωή. Αν, όμως, ο θάνατος του ανθρώπου
είναι διάλυση και αφανισμός, τότε δεν θα υπάρχει και Θεός. Μία τέτοια θεώρηση
του θανάτου είναι άρνηση του Θεού, αφού ο Θεός «θάνατον ουκ εποίησεν ουδέ
τέρπεται επ’ απωλεία ζώντων» (ΣΟΦ. ΣΟΛ. 1, 13). Ο Θεός δεν έχει σχέση με τον
θάνατο, αφού ο Ίδιος είναι η Ζωή.
Ο θάνατος, έστω κι αν φαίνεται πως είναι
το φυσιολογικό τέλος μιας διαδικασίας φθοράς, στην πραγματικότητα είναι
αφύσικος, γιατί δεν έχει τη ρίζα του στον Θεό. Προέρχεται από μια δύναμη που
είναι αντίθετη με το σχέδιο του Θεού, η οποία εισήλθε στον κόσμο «δια της
αμαρτίας» (ΡΩΜ. 5, 12), κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου. Είναι τραγικό λάθος
να πιστέψουμε ότι η Χριστιανική διδασκαλία μας συμφιλιώνει με τον θάνατο, αφού
ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να ζει αιώνια. Ο λόγος του Ευαγγελίου και το
Μυστήριο της Εκκλησίας δεν μας συμβιβάζουν με τον θάνατο, αλλά μας δίνουν τη
δυνατότητα να τον υπερνικήσουμε εν Χριστώ. Ο Θεός είναι η πηγή της ζωής, ο
«διδούς πάσι ζωήν και πνοήν κατά πάντα (ΠΡΑΞ. 17, 25). Δεν είναι δυνατόν από
τον Θεό να εκπορεύεται θάνατος. Εκπορεύεται μόνο Ζωή. Ο Θεός είναι η πηγή της Ζωής.
Το θαύμα της ανάστασης του νεκρού παιδιού
από τον Χριστό αποκαλύπτει την αλήθεια για την ζωή και τον θάνατο. Ο Χριστός
είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Η παρουσία Του γεμίζει τα πάντα και
διαλύει τον φόβο του θανάτου. Ζωή είναι η σχέση και η κοινωνία μαζί Του και
θάνατος η άρνηση της αγάπης Του. Τα βιολογικά φαινόμενα μεταμορφώνονται μέσα
στο φως της Ανάστασης του Χριστού, γι’ αυτό και η ζωή για τον πιστό δεν είναι
απλά η φυσική επιβίωση ούτε θάνατος η τελευταία πράξη της. Είναι το πέρασμα στην
πραγματικότητα της αιωνιότητας, στην ολοκλήρωση της ζωής. Ο βιολογικός θάνατος
παρουσιάζεται ως αναγκαίο κακό, συνέπεια της πτώσης μας. Γι’ αυτό και μπροστά
στην τραγωδία του θλιβόμαστε και κλαίμε. Αυτό δεν είναι κακό, αφού και ο Ίδιος
ο Χριστός δάκρυσε στον τάφο του Λαζάρου. Δεν έμεινε απαθής, αν και γνώριζε ότι
θα τον αναστήσει.
Ο θάνατος για εμάς τους Χριστιανούς δεν
μας οδηγεί στην απόγνωση και στην απελπισία. Η λύπη μας έχει την ελπίδα και την
προσμονή της ανάστασης. Ο άνθρωπος και ο κόσμος είναι δημιουργήματα του Θεού
και δεν έγιναν, για να πεθάνουν και να σβήσουν, αλλά για να ζήσουν. Αυτή η
αλήθεια μας λέει ότι, όταν πεθαίνει ο άνθρωπος, δεν είναι δυνατόν να χάνεται η
ύπαρξή του, δεν μπορεί να εκμηδενίζεται η ζωή, απλώς αναστέλλεται προσωρινά,
«κοιμάται», για να ξυπνήσει μεταμορφωμένη και να αναστηθεί με άλλη μορφή στην
αιωνιότητα της Βασιλείας του Θεού. Όπως πολύ όμορφα μας διδάσκει ο Άγιος
Ιουστίνος ο Πόποβιτς, νέος άγιος της Σερβικής Εκκλησίας: «Ο άνθρωπος, λοιπόν,
είναι αιώνιο ον, είτε το θέλει είτε όχι. Πότε αρχίζει η αθανασία του ανθρώπου;
Αρχίζει από τη στιγμή της συλλήψεώς του στην κοιλιά της μητέρας του» (Οδός
Θεογνωσίας, σελίδα 261).
Αγαπητοί μου φίλοι, ο λόγος του Χριστού «μη
κλαίε» (ΛΟΥΚΑ 7, 13), αλλά και το κήρυγμα της Εκκλησίας, δεν είναι μία ακόμη
κοσμοθεωρία και φιλοσοφία ανάμεσα στις τόσες πολλές για τον θάνατο. Δεν είναι
μία φθηνή παρηγοριά, για να ξεγελάσει την τραγική μοίρα της ανθρώπινης φύσης με
το ψέμα της, αλλά είναι ζωή και αλήθεια που σώζει. Όπως παρατηρεί ένας μεγάλος
θεολόγος των ημερών μας, ο πατήρ Μιχαήλ Καρδαμάκης: «Η Ανάσταση είναι νίκη πάνω
στο θάνατο, θανάτωση του θανάτου, κατάλυση του κράτους του θανάτου, δια του
θανάτου του Θεού» (Κεφάλαια Κατανυκτικά, σελίδα 196). Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν
φαίνεται να αποδέχεται το Χριστιανικό κήρυγμα της ανάστασης. Αυτό μαρτυρεί ο
τρόπος και η στάση ζωής του. Και γι’ αυτό τρομάζει και απελπίζεται μπροστά στο
γεγονός του θανάτου. Μόνο η σταθερή βεβαιότητα, ότι ο Χριστός είναι η Ζωή, μας
απαλλάσσει από την απελπισία του θανάτου.
Με
αγάπη Χριστού,
π.
Βασίλειος.
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014
« ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ »

Η
σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου φίλοι, είναι μία από τις πιο
χαρακτηριστικές παραβολές που δίδαξε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Και μάλιστα
την εξηγεί υποδειγματικά ο Ίδιος. Και η εξήγηση του Χριστού δεν είναι περιττές
διδασκαλίες, αλληγορίες και λεγόμενοι στοχασμοί, κουλτουριάρικα λόγια, που μας
απομακρύνουν όλα από την απλή αλήθεια του λόγου του Θεού. Η αλήθεια βέβαια δεν
βρίσκεται στο γράμμα αλλά στο πνεύμα των Γραφών, γι’ αυτό οι Γραφές δεν θέλουν
μόνο εξήγηση, αλλά και ερμηνεία. Βέβαια θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε το
γράμμα, για να προχωρήσουμε ύστερα και στην εμβάθυνση στο πνεύμα των Γραφών. Κι
επειδή στα ιερά κείμενα δεν υπάρχουν λέξεις τυχαίες και περιττές, γι’ αυτό κάθε
εξήγηση και ερμηνεία πρέπει να ξεκινά από την ακριβή σημασία των λέξεων. Είχε
απόλυτο δίκιο ο Φιλόσοφος Αντισθένης που έλεγε: «Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων
επίσκεψις» (Αντισθένης, αποσπ. 38.8, Caizzi).
Στη σημερινή παραβολή του σπορέα βλέπουμε
ότι ο λόγος του Θεού δεν καρποφορεί σε όλες τις περιπτώσεις. Ο δρόμος, οι
πέτρες, τα αγκάθια είναι οι τρεις περιπτώσεις, όπου ο λόγος του Θεού δεν είχε
το ποθούμενο αποτέλεσμα. Μένει μια τέταρτη περίπτωση, όπου ο λόγος του Θεού
έπεσε σε γόνιμο έδαφος και καρποφόρησε. Θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα ότι ο
λόγος του Θεού δεν καρποφορεί πάντα. Και σε αυτό δεν φταίει ο λόγος του Θεού,
αλλά η δική μας αδιαφορία και σκληρότητα. Όταν αδιαφορούμε για τον θείο λόγο,
αδιαφορούμε για τον ίδιο τον Χριστό. Γιατί ο λόγος του Θεού είναι ο Ίδιος ο
Υιός, που θα κρίνει τον κόσμο. «Ο αθετών εμέ και μη λαμβάνων τα ρήματά μου,
έχει τον κρίνοντα αυτόνˑ ο λόγος ον ελάλησα εκείνος κρινεί αυτόν εν τη εσχάτη
ημέρα» (ΙΩΑΝ. 12, 48). Θα κριθούμε όλοι γι’ αυτή την αδιαφορία μας απέναντι στον
θείο λόγο.
Ο Προφήτης Ησαΐας σε μια ποιητική εικόνα
εκφράζει ως εξής αυτή την αλήθεια. Ο λόγος του Θεού, λέει, που λαλήθηκε στους
ανθρώπους, δεν θα πάει χαμένος. Δεν θα μείνει άπρακτος και δεν θα γυρίσει στον
Θεό χωρίς αποτέλεσμα. Ο λόγος του Θεού είναι σαν τη βροχήˑ η βροχή πέφτει από
τον ουρανό και κάνει τον κύκλο της, για να γυρίσει πάλι στα σύννεφα. Ποτίζει τη
γη, γίνεται χιόνι και πάγος στα βουνά, λιώνει κι ανοίγουν οι πηγές και τρέχουν
τα ποτάμια και πέφτουν στις θάλασσες και γεμίζουν οι λίμνες και γίνεται ατμός
και πάλι φορτώνει ο ουρανός. Το ίδιο και ο θείος λόγος, κάνει τον κύκλο του και
ξαναγυρίζει στον Θεό. Η γη, που παίρνει τη βροχή και πίνει το νερό και γεννά,
για να θρέψει εκείνους που τη σκάβουν, αυτή έχει την ευλογία του Θεού. Μα όταν
φυτρώνει αγκάθια και τριβόλια, τότε σαν άχρηστη τραβά πάνω της τη θεία οργή και
της μέλλει να καεί. Το ίδιο κι εκείνοι που πίνουν άδικα το νερό του θείου
λόγου, θα περάσουν από φωτιά. (ΗΣ. 55, 14).
Υπεύθυνοι απέναντι στον λόγο του Θεού
είναι και όσοι κηρύττουν. Οι κήρυκες του θείου λόγου, κληρικοί και λαϊκοί, να
μη λυπούνται και να μην κουράζονται να σπέρνουν. Όποιος σπέρνει και
τσιγκουνεύεται, αυτός θα θερίσει λίγα, κι όποιος σπέρνει με απλοχεριά, αυτός θα
θερίσει πολλά. Η Εκκλησία έχει χρέος να σπέρνει τον λόγο του Θεού στους
ανθρώπους. Δεν θα πρέπει όμως να πετάει τον λόγο, να πετάει «τα άγια τοις κυσί»
και να θέτει «τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων» (ΜΑΤΘ. 7, 6). Η Εκκλησία
δεν πρέπει να ποτίζει εκείνους που δεν διψάνε και δεν μπορεί να τρέχει πίσω από
εκείνους, που περιφρονούν και χλευάζουν τον λόγο. Αυτοί είναι υπεύθυνοι για τη
στάση τους. Η Εκκλησία είναι υπεύθυνη ενώπιον του Θεού, για εκείνους που θέλουν
να σωθούν, όχι για τους αδιάφορους. Και ας υποστηρίζουν μερικοί ότι χρέος της
Εκκλησίας είναι να φέρει όλους στους κόλπους της.
Η Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να φέρει
με το ζόρι κοντά της τους περιφρονητές της. Φθάνει να έκανε το χρέος της μία
και δύο φορές, καθώς γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Αιρετικόν άνθρωπον μετά μίαν
και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (ΤΙΤ. 3, 10). Αιρετικός είναι κάθε
περιφρονητής του λόγου του Θεού, και η Εκκλησία, αφήνοντας τους περιφρονητές να
κοιτάζουν και να μη βλέπουν και να μην ακούνε και να μην καταλαβαίνουν,
αγκαλιάζει με στοργή τα παιδιά της, εκείνα που ακούνε με εμπιστοσύνη και ρωτούν
και θέλουν να μάθουν για τη σωτηρία τους. Η Εκκλησία είναι η βρύση, που πάντα
τρέχει, κι όσοι διψούν έρχονται και πίνουν. Η Εκκλησία είναι ανοικτή για όλους
τους ανθρώπους. «Η Εκκλησία – κατά τον καθηγητή Χρήστο Γιανναρά – δεν είναι μια
“κάστα” καθαρών και ηθικών ιδεολόγων, αλλά είναι η αμαρτωλή σάρκα του κόσμου
που προσλαμβάνεται από τον Χριστό και μεταμορφώνεται σε υπόσταση ζωής – ζωής
αιωνίου» (Η Νεοελληνική Ταυτότητα, σελίδα 181).
Αγαπητοί μου φίλοι, όσοι ασχολούνται με
τον λόγο του Θεού να μην βιάζονται να δούνε καρπό. Ο καρπός θα έλθει με τον
καιρό του. Ο σπόρος σαπίζει κάτω από το χώμα κρυφά και αθόρυβα και γίνεται ένα
με τη γη, για να φυτρώσει και να φέρει καινούργιο καρπό. Και ο λόγος του Θεού
μέσα στην καρδιά του πιστού, αθέατα και αθόρυβα φέρνει το μυστικό αποτέλεσμά
του. Αφομοιώνεται και γίνεται ένα με την ψυχή του ανθρώπου, για να φυτρώσει και
να φέρει καρπό σωτηρίας. Σαν το ψωμί που το τρώμε και μυστικά γίνεται ένα με το
σώμα μας. Σαν την Θεία Κοινωνία, που κοινωνάμε και ο Χριστός γίνεται ένα με την
ψυχή μας. Άρτος ουράνιος, άρτος Αγγέλων και μυστήριο μέγα είναι ο λόγος του
Θεού. Και είναι επίκαιρο το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα γιατί μια νέα
ιεραποστολική περίοδος ξεκινά για την Εκκλησία μας, με κηρύγματα, κατηχητικά
σχολεία και άλλες δραστηριότητες.
Με
αγάπη Χριστού,
π.
Βασίλειος.
Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014
Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014
« ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ »
Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου φίλοι, βλέπουμε τον
Χριστό να στέκεται στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας και τα πλήθη να τρέχουν με
πόθο κοντά Του, προκειμένου να ακούσουν τον λόγο του Θεού. Και καθώς βλέπει
εκεί ο Χριστός δύο μικρά πλοία αραγμένα στη λίμνη, μπαίνει σε ένα από αυτά.
Είναι το πλοίο του Σίμωνα. Τότε παρακαλεί τον Σίμωνα να το σύρει λίγο πιο μέσα
στη λίμνη για να διδάξει τα πλήθη μέσα από το πλοίο αυτό. Όταν τελείωσε τη
διδασκαλία Του ο Κύριος, λέει στον Σίμωνα: «Πήγαινε στα βαθιά και ρίξτε τα
δίχτυα σας για ψάρεμα» (ΛΟΥΚΑ 5, 4). Ο Σίμων όμως με έκπληξη του αποκρίνεται:
«Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα παιδευόμασταν και δεν πιάσαμε τίποτα επειδή όμως το
λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ» (ΛΟΥΚΑ 5, 5). Και τότε το δίχτυ τους γέμισε τόσα πολλά
ψάρια, ώστε άρχισε να σχίζεται. Το θαύμα αυτό όντως ήταν πολύ εντυπωσιακό.
Τι νόημα όμως είχε αυτό το τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ο Κύριος
πριν το επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους και μάλιστα
σε ακατάλληλη ώρα; Η απάντηση είναι η εξής. Ο Κύριος μέσα από αυτό το θαύμα
ήθελε να διδάξει πολύ μεγάλες αλήθειες στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους
οποίους σε λίγο θα καλούσε να γίνουν αλιείς ανθρώπων και να σαγηνεύουν στα
πνευματικά τους δίχτυα όλη την οικουμένη. Αυτό το θαύμα ήταν τύπος της
πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε να χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους. Έπρεπε
να το θυμούνται πολύ καλά οι Απόστολοι του Κυρίου όταν αργότερα στο έργο τους
θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις. Να θυμούνται και να συναισθάνονται
ότι στην πνευματική τους διακονία χωρίς τον Χριστό δεν θα μπορούσαν τίποτα να
επιτύχουν, ενώ με τη δική Του δύναμη θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα.
Έπρεπε ακόμη να καταλάβουν οι μαθητές μέσα από αυτό το θαύμα, ότι για να
έχουν καρποφορία στο έργο τους, θα έπρεπε να κάνουν υπακοή στα προστάγματα του
Κυρίου. Υπακοή ακόμη και σε αυτά που δεν κατανοούσε η περιορισμένη λογική τους.
Θα έπρεπε να μην υπολογίζουν κόπους και θυσίες. Αυτοί να δίνουν το χρόνο τους,
τον κόπο τους και τη ζωή τους στην
υπηρεσία του Κυρίου, για να τα μεταχειρισθεί όπως Αυτός ήθελε. Οι μαθητές
έπρεπε να έχουν τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα επιβραβεύσει τη θυσία τους, την
πρόθυμη υπακοή τους, την αδιάσειστη πίστη τους στη δύναμή Του. Και πράγματι
έτσι έγιναν τα πράγματα αργότερα. Οι μαθητές του Χριστού θυσίασαν την ίδια τους
τη ζωή για τον διδάσκαλό τους. Παραμέρισαν την προσωπική τους ζωή για την
διάδοση του Ευαγγελίου. Και δεν έμειναν έτσι. Επιβραβεύθηκε αυτή η θυσία από
τον Κύριο.
Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές αυτό πλήθος των ψαριών, έπεσε στα
γόνατα του Χριστού και είπε: «Βγες από το καΐκι μου, Κύριε, γιατί είμαι
άνθρωπος αμαρτωλός» (ΛΟΥΚΑ 5, 8). Ο Χριστός όμως τον καθησύχασε και του είπε:
«Μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους» (ΛΟΥΚΑ 5, 10). Κατόπιν αφού όλοι
οι ψαράδες επανέφεραν τα πλοία στη στεριά, άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν.
Η στάση όμως του Αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί
αντί να πανηγυρίσει για το θαύμα αυτό, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το
πλοίο του; Αυτός που περίμενε από τα παιδικά του χρόνια τον Μεσσία, τώρα Του
ζητά να φύγει από τη ζωή του; Ο λόγος του Πέτρου δεν εκφράζει μια διάθεση
άρνησης του Χριστού. Αντίθετα. Ο άδολος αυτός ψαράς της Γαλιλαίας κατάλαβε ότι
μπροστά του δεν είχε έναν απλό άνθρωπο, αλλά κάτι το ξεχωριστό.
Αισθανόμενος το μεγαλείο του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό Του
πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και Τον προσκυνά. Αισθάνεται τον εαυτό του
ανάξιο αυτής της θείας παρουσίας. Αισθάνεται την αγιότητα του Χριστού και τη
δική του μικρότητα και αμαρτωλότητα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σε κάθε πνευματικό
άνθρωπο κάθε φορά που αισθάνεται ιδιαιτέρως έκδηλη την ευλογία του Θεού στη ζωή
του. Είναι ένα βίωμα που το νιώθουμε οι πιστοί καθώς βρισκόμαστε σε μια ιερή
ώρα της λατρείας ή σε στιγμές που αισθανόμαστε τον Θεό ολοζώντανο στη ζωή μας.
Εκείνες ακριβώς τις στιγμές αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Μας
συνέχει τότε ο φόβος του Θεού. Φοβόμαστε την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα
και την ποθούμε. Πώς να πλησιάσουμε τον πάναγνο Κύριο οι ρυπαροί και ανάξιοι;
Πώς να επικοινωνήσουμε μαζί Του, όταν τα πάθη μας εμποδίζουν;
Αγαπητοί μου φίλοι, ίσως θα πρέπει να αλλάξουμε κι εμείς τρόπο σκέψης.
Να ακολουθήσουμε τον δρόμο του Αποστόλου Πέτρου, αναγνωρίζοντας την
αμαρτωλότητά μας και να μην αισθανόμαστε δικαιωμένοι σαν τον Φαρισαίο της
γνωστής Παραβολής. Οφείλουμε να αισθανθούμε πόσο αμαρτωλοί είμαστε και ότι δεν
αξίζουμε τις ευλογίες του Θεού στη ζωή μας. Και να ξέρουμε ότι όσο περισσότερο
αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε το έλεος και την
αγάπη του Κυρίου. Γι’ αυτό ας στεκόμαστε με δέος και φόβο ενώπιον του Θεού και
ας Τον παρακαλούμε ταπεινά να μη φύγει ποτέ από κοντά μας, αλλά να μένει πάντα
στη ζωή μας και να την γεμίζει με τις ευλογίες Του. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να
λάβουμε στη ζωή μας την Χάρη του Θεού. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να
επικοινωνήσουμε και πάλι με τον Θεό.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.
Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014
« † ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, 28.08.2014 »
Το
πρωΐ της Πέμπτης, 28 Αυγούστου 2014, κοιμήθηκε ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος, Θεολόγος,
Φιλόλογος και Συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος της αδελφότητος Θεολόγων «Ο Σταυρός».
Η
εξόδιος Ακολουθία εψάλη την Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014 και ώρα 5.00 μ.μ. στην
Ιερά Μονή Εισοδίων Θεοτόκου Μυρτιάς Τριχωνίδος της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας
και Ακαρνανίας. Ο Θεός να τον αναπαύσει!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


