Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

« ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ »

Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου φίλοι, αποτελεί συνέχεια της περικοπής της προηγούμενης Κυριακής. Μετά λοιπόν το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ψαριών ο Κύριος είπε στους Μαθητές Του να επιβιβασθούν σε πλοίο και να περάσουν στην απέναντι όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, ενώ ο Ίδιος ανέβηκε μόνος Του στο βουνό να προσευχηθεί. Όταν βράδιασε ήταν μόνος Του εκεί. Ασφαλώς η προηγούμενη ημέρα ήταν πολύ κοπιαστική για τον Χριστό. Θεράπευσε ασθενείς, δίδασκε επί ώρες το πλήθος των ακροατών και κατά το σούρουπο μοίρασε τροφή σε χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα από όλα αυτά, ωστόσο, δεν πήγε να ξεκουρασθεί, αλλά ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί. Επέλεξε συνθήκες ιδανικές· τη γαλήνη της φύσης, την απομόνωση από τους ανθρώπους και την ησυχία της νύχτας. Όλα αυτά βοηθούν πολύ στην προσευχή.
Πόση ανάγκη έχει και ο σημερινός άνθρωπος από τις ήσυχες αυτές ώρες της προσευχής! Οι έντονοι ρυθμοί της ζωής, οι καθημερινές υποχρεώσεις και η εύκολη επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο περιορίζουν την επικοινωνία μας με τον Θεό. Γι’ αυτό όλοι μας έχουμε ανάγκη από τη μόνωση, την προσευχή, τη μελέτη, την περισυλλογή, προκειμένου να επικοινωνήσουμε με τον Κύριο. Και να επιδιώκουμε αυτή την ευλογημένη επικοινωνία. Να προσπαθούμε να βρισκόμαστε σε ήσυχο περιβάλλον, μέσα στην ησυχία της νύχτας, στη γαλήνη της φύσης, μακριά από ανθρώπους και μέσα επικοινωνίας και ενημέρωσης· μέσα στην παρουσία του Θεού. Αυτή η χρονική στιγμή της επαφής μας με τον Θεό θα μας ηρεμεί, θα μας γαληνεύει, θα μας ειρηνεύει. Και τότε θα επιζητούμε να αφιερώνουμε κάποιο χρόνο από τη ζωή μας σε αυτή την ευλογημένη επικοινωνία με τον Κύριο.
Όσο ο Κύριος προσευχόταν μόνος Του στο βουνό, οι Μαθητές κλυδωνίζονταν μέσα στην λιμνοθάλασσα, από τα μεγάλα κύματα και τον ορμητικό άνεμο που είχαν ξεσπάσει. Το σκοτάδι επιπλέον προκαλούσε αγωνία στους έμπειρους ψαράδες. Κινδύνευαν να πνιγούν. Ξαφνικά όμως φάνηκε να έρχεται ο Χριστός περπατώντας πάνω στη θάλασσα. Ταράχθηκαν ακόμη περισσότερο οι Μαθητές, διότι νόμισαν ότι έβλεπαν φάντασμα, και άφησαν κραυγή τρόμου. Τότε άκουσαν τη γνώριμη φωνή του θείου Διδασκάλου· «Θαρσείτε, εγώ ειμι· μη φοβείσθε» (ΜΑΤΘ. 14, 27). Στο σημείο αυτό το ιερό κείμενο σημειώνει ότι «τετάρτη φυλακή της νυκτός απήλθε προς αυτούς ο Ιησούς» (ΜΑΤΘ. 14, 25). Ο Κύριος φάνηκε κοντά τους κατά το τελευταίο τρίωρο της νύχτας, δηλαδή στις 3-6 το πρωΐ. Δημιουργείται εδώ ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί καθυστέρησε τόσο ο Ιησούς; Δεν γνώριζε ότι κινδύνευαν οι Μαθητές Του;
Την απάντηση μας τη δίνει ο ιερός Χρυσόστομος: «Δια τούτο ουδέ το σκότος έλυσεν, ουδέ φανερόν εαυτόν ευθέως εποίησεν, αλείφων αυτούς και παιδεύων είναι καρτερικούς» (ΕΠΕ 11, 46). Δηλαδή, αυτός ήταν ο λόγος που ο Κύριος δεν διέλυσε αμέσως το σκοτάδι της νύχτας, ούτε τους φανερώθηκε αμέσως, αλλά έπειτα από ώρες. Ήθελε να τους εξασκήσει και να τους διδάξει να είναι υπομονετικοί. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη δική μας πάλη με τα κύματα της ζωής. Κάποτε ο Κύριος καθυστερεί να επέμβει και να μας λυτρώσει, διότι θέλει να μας εξασκήσει, διδάσκοντάς μας την υπομονή και την ελπίδα σ’ Εκείνον. Επιδιώκει να μας ενδυναμώσει, να μας ενισχύσει, ώστε να αντέχουμε στις δοκιμασίες της ζωής που μας βυθίζουν σε απόγνωση, να αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους που απειλούν να μας καταποντίσουν. Η περίοδος της δοκιμασίας και του πειρασμού είναι τελικά η πιο γόνιμη για την καλλιέργεια της ψυχής μας.
Μόλις ο Πέτρος άκουσε τη φωνή του Ιησού, φώναξε: «Κύριε, αν είσαι εσύ, δώσε μου εντολή να έλθω κοντά σου περπατώντας στα νερά» (ΜΑΤΘ. 14, 28). «Έλα» (ΜΑΤΘ. 14, 29), του αποκρίθηκε ο Χριστός. Τότε ο Μαθητής κατέβηκε από το πλοίο και άρχισε να βαδίζει προς τον Κύριο· να περπατά πάνω στα κύματα. Μόλις όμως έδωσε προσοχή στον χαλασμό που γινόταν γύρω του, φοβήθηκε. Γι’ αυτό άρχισε να βυθίζεται στη θάλασσα και τότε κραύγασε: «Κύριε, σώσε με!» (ΜΑΤΘ. 14, 30). Ο δε Κύριος, απλώνοντας το χέρι Του, τον έπιασε σφιχτά και του είπε: «Ολιγόπιστε! εις τι εδίστασας;» (ΜΑΤΘ. 14, 31). Γιατί φοβήθηκες, ολιγόπιστε; Κατόπιν ανέβηκαν στο πλοίο και ο άνεμος ησύχασε τελείως. Όπως είδαμε, ενώ ο Πέτρος περπατούσε πάνω στα κύματα, έπειτα από μερικά βήματα άρχισε να βυθίζεται στο νερό. Τι άλλαξε; «Βλέπων τον άνεμον ισχυρόν εφοβήθη» (ΜΑΤΘ. 14, 30).
Αγαπητοί μου φίλοι, το βλέμμα του άλλαξε. Ενώ αρχικά ήταν στραμμένο στον Κύριο, έπειτα στράφηκε στον ισχυρό άνεμο. Όταν ο Πέτρος πήρε το βλέμμα του από τον Χριστό, τότε άρχισε να φοβάται και να καταποντίζεται. Όσο το βλέμμα μας είναι στραμμένο στον Κύριο, κανένα κύμα δεν έχει τη δύναμη να μας βυθίσει. Κανένας άνεμος δεν μπορεί να μας κλονίσει. Βαδίζουμε πάνω στα κύματα των δοκιμασιών σαν να πατάμε σε στερεό έδαφος. Γι’ αυτό, ας μην κοιτάμε τα κύματα, που απειλητικά υψώνονται δίπλα μας. Τον Χριστό να ατενίζουμε. Εκείνος μπορεί να κάνει σταθερή την πορεία μας, ασφαλή τον δρόμο μας. Ακόμη και όταν βρισκόμαστε στην τρικυμισμένη θάλασσα των πειρασμών. Μην ελπίζουμε ότι θα βρούμε βοήθεια από κάπου αλλού. Μόνο από τον Χριστό να ζητάμε βοήθεια στις καθημερινές μας δοκιμασίες της παρούσας ζωής. Να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό!
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

« ΠΕΡΙ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ »

«Ταπείνωσε τον λογισμό της υπερηφάνειας, πριν η υπερηφάνεια ταπεινώσει εσένα».
 
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος (306-373 μ.Χ.)