Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2020

« ΠΕΘΑΝΕ Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, 22.02.2020 »


Πέθανε σε ηλικία 89 ετών η Κική Δημουλά. Η Κική Δημουλά  ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα της ποίησης.
Το πατρικό της όνομα είναι Βασιλική Ράδου. Γεννήθηκε και κατοικούσε στην Αθήνα. Το 1952 παντρεύτηκε τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη (1956) και την Έλση (1957). Εργάστηκε ως υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως και το 1973. Είναι πρόεδρος του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη (κοινωφελές Ν.Π.Ι.Δ. υπό την αιγίδα της Ακαδημίας Αθηνών).
Τιμήθηκε το 1972 με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Το λίγο του κόσμου, το 1989 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή Χαίρε ποτέ και το 1995 με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή Η εφηβεία της λήθης. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Ισπανικά, στα Ιταλικά, στα Πολωνικά, στα Βουλγαρικά, στα Γερμανικά και στα Σουηδικά.
Σε μία ομιλία της για την ποίηση η Δημουλά όρισε ως εξής το ποίημα:
«Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα».
Πράγματι η ποίηση της Δημουλά ανθεί πάνω στο άνυδρο έδαφος της στέρησης, της απώλειας, της συναισθηματικής ματαίωσης και, προκειμένου για τα μετά από τη συλλογή Χαίρε ποτέ ποιήματά της, πάνω στο έδαφος της απουσίας του αγαπημένου προσώπου. Αυτή τη στέρηση κι αυτή την απουσία αναπληρώνει επιτυγχάνοντας μέσα στο χώρο της ποίησης την επικοινωνία με ένα εσύ, με τον άλλον που λείπει, επικοινωνία που η πραγματικότητα αρνείται. Και από αυτή την άποψη η ποίηση της Δημουλά, όσο πικρά συναισθηματικά φορτία κι αν κουβαλά, στην ουσία επιτυγχάνει την κάθαρση και τη λύτρωση.
Μέσα στον ποιητικό της χώρο, κατοικεί η ίδια περιστοιχισμένη από τα άψυχα αντικείμενα και από τις αφηρημένες έννοιες. Στις τελευταίες, δίνει υπόσταση υποκειμένων, επιτρέποντάς τους έτσι να κινούνται, να αισθάνονται, να πάσχουν και γενικώς να συμπεριφέρονται ως δρώντα πρόσωπα. Υπάρχει, δηλαδή, κατά κανόνα μία ακινησία του ποιητικού εγώ, του μόνο έμψυχου εγκάτοικου του ποιητικού της κόσμου, και αντιστοίχως μία αέναη κινητικότητα του αφηρημένου. Πρόκειται για ένα από τα πιο ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ιδιότυπης ποιητικής φωνής της.
Συνεχή και αδιάλειπτα είναι τα σχόλια που αφορούν την απώλεια του χρόνου και τη φθορά, που αυτή η απώλεια συνεπάγεται, και διάχυτη η υπαρξιακή αγωνία.
Χαρακτηριστική είναι η γλωσσική της τόλμη που συχνά την οδηγεί σε μία ιδιαίτερα ευρηματική λεξιπλασία.
Η ποίηση της Δημουλά προσφέρει φιλόξενη στέγη σε καθημερινές πληγές και κοινά ανθρώπινα βιώματα, τολμά να δώσει διάσταση ποιητική και φιλοσοφική σε ποιήματα που αντλούν υλικό από το περιβάλλον του οικιακού βίου, και κατορθώνει να άρει τη γυναικεία καθημερινότητα στη σφαίρα της αυθεντικής ποίησης.

el.wikipedia.org

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ »


Το πιο σίγουρο στη ζωή μας, αγαπητοί μου φίλοι, είναι ότι κάποια  στιγμή θα πεθάνουμε. Το γεγονός ότι γεννηθήκαμε και είμαστε σε αυτόν τον κόσμο οδηγεί στη βεβαιότητα πως μία ημέρα θα φύγουμε. Κάθε ημέρα το βλέπουμε γύρω μας, πως άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν. Άλλοι έρχονται και άλλοι φεύγουν. Αλλά και άλλο ένα είναι βέβαιο για εμάς τους πιστούς Χριστιανούς, πως θα κριθούμε, πως θα δώσουμε δηλαδή λόγο για τις πράξεις που κάναμε σε αυτή τη ζωή. Το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα μας μιλάει για τη μεγάλη και επιφανή ημέρα της Κρίσης, για τον Ιησού Χριστό και την Δευτέρα Του Παρουσία. Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και η Κρίση είναι η πράξη του Θεού, στην οποία καταξιώνεται η διδαχή του Ευαγγελίου, η πίστη της Εκκλησίας και ο βίος των πιστών. Τη σημερινή Ευαγγελική περικοπή την ακούν οι πιστοί από το στόμα του Κυρίου, τη μελετούν με σπουδή και την κρατούν στη μνήμη τους με κατάνυξη.
Πολλοί όμως από τους ανθρώπους δεν το βάζουν στο μυαλό τους μήτε πως θα πεθάνουν μήτε πως έχουν να κριθούν από τον Θεό για τα έργα τους. Είναι το χειρότερο που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος. Αν βγάλουμε  από μέσα μας τη μνήμη του θανάτου και τον φόβο της Κρίσης, θα οδηγήσουμε τον εαυτό μας στη θέση του ζώου. Δεν θα μας κρατάει τίποτα. Ιδιαίτερα αυτό συμβαίνει στους νέους. Οι νέοι, σαν και να μην είναι τόσοι ηλικιωμένοι γύρω τους, σαν και να μην το βλέπουν πως κάθε ημέρα πεθαίνουν άνθρωποι, ξεγελιούνται από τα νιάτα τους και από την υγεία τους και νομίζουν πως πάντα θα είναι νέοι. Δεν πιστεύουν πως θα πεθάνουν και αυτοί κάποτε και πως θα έχουν να δώσουν λόγο για τον τρόπο της ζωής τους. Και όμως το πιο ευεργετικό για όλους μας είναι η μνήμη θανάτου. Το να θυμόμαστε δηλαδή πως κάποια στιγμή θα φύγουμε από τον μάταιο αυτό κόσμο.
Ο Ιησούς Χριστός μίλησε καθαρά και είπε για την Δευτέρα και Ένδοξη Παρουσία Του. Την πρώτη φορά ήλθε ταπεινά και φτωχά· την δεύτερη θα έλθει με όλη την θεϊκή Του δόξα. Την πρώτη φορά ήλθε για να σώσει τον κόσμο· την δεύτερη θα έλθει για να τον κρίνει. Την πρώτη φορά έδωσε την εντολή της αγάπης· την δεύτερη θα κρίνει με δικαιοσύνη. Όχι μόνο ως Θεός ούτε μόνο ως άνθρωπος, αλλά ως Θεάνθρωπος· ως Θεός, που είναι απόλυτα δίκαιος και ως άνθρωπος, που ξέρει την ανθρώπινη ασθένεια. Ο Ίδιος το είπε, ότι «ο Πατήρ την κρίσιν πάσαν δέδωκε τω Υιώ» (ΙΩΑΝ. 5, 22). Ο Υιός, που ήλθε για να σώσει τον κόσμο, ο Υιός και θα τον κρίνει. Και θα τον κρίνει με επιείκεια, για να σωθούν όσο γίνεται περισσότεροι, γιατί ο Θεός θέλει να σωθεί ο κόσμος. Δεν θα σωθούν μόνο εκείνοι που δεν θα το θελήσουν. Ο Κύριος θα μας δώσει όλες τις ευκαιρίες για να σωθούμε, αρκεί εμείς να τις εκμεταλλευθούμε.
Εδώ τώρα είναι, που η Ευαγγελική περικοπή, για την Δευτέρα Παρουσία  του Ιησού Χριστού και για την Κρίση του κόσμου, παίρνει ένα απροσμέτρητο βάθος και μία μέγιστη κοινωνική σημασία. Όχι λόγια και θεωρίες, αλλά μικρά και καθημερινά πράγματα. Όχι θυσίες και θεαματικές πράξεις, αλλά ψωμί για τον νηστικό και ρούχο για τον γυμνό και ένα ποτήρι νερό για τον διψασμένο. Το ελάχιστο, που μπορεί να δώσει ο καθένας κι όχι μόνο το μέγιστο, που μπορούν και πρέπει να δώσουν οι λίγοι. Όταν καταδικάζουμε την κοινωνική αδικία και ανισότητα, και δεν έχουμε άδικο, ξεχνάμε πως η αναλογία της ευθύνης πέφτει σε όλους. Και συμβαίνει όσοι μόνο φωνάζουν γι’ αυτά τα πράγματα, να μην είναι πάντα οι πιο φτωχοί και αδικημένοι. Αλλά είναι φυσικό, όταν το κοινωνικό κήρυγμα δεν ξεκινάει από την πίστη στον Θεό για δικαιοσύνη και αγάπη, τότε χάνεται σαν αόριστη και θεωρητική διδασκαλία.
Και είναι πάλι φυσικό, όταν δεν πιστεύουμε στον Θεό ούτε και στον άνθρωπο πιστεύουμε. Τότε δεν είναι ο άνθρωπος, σαν αδελφός μας και αδελφός του Ιησού Χριστού, που μας πονάει, αλλά το δόγμα και η θεωρητική διδασκαλία του κάποιου κοινωνικού συστήματος, στο οποίο πιστεύουμε. Γι’ αυτό και ανά τους αιώνες διάφορα πολιτικά συστήματα, που είχαν ως αφετηρία τους την κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα, απέτυχαν και έγιναν τα πιο ολοκληρωτικά καθεστώτα, που βασάνιζαν τους ανθρώπους με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Αξίζει να μελετήσουμε το «Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ» του Ρώσου διανοούμενου Αλεξάντρ Σολζενίτσιν. Εκεί μέσα θα ανακαλύψουμε βασανιστήρια που έκαναν άνθρωποι του καθεστώτος σε συνανθρώπους τους, που ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν είχε σκεφθεί. Και όμως κάποιοι από αυτούς είχαν ξεκινήσει με αγνά ελατήρια, αλλά χωρίς Θεό.
Αγαπητοί μου φίλοι, μία είναι η αλήθεια, ότι μας περιμένει ο θάνατος και ύστερα μας αναμένει η Κρίση. Κάποια στιγμή θα δώσουμε λόγο για τη ζωή μας. Ο Θεός θα μας δικάσει για τις πράξεις μας «δια Ιησού Χριστού» (ΡΩΜ. 2, 16). Κι αν είναι να μας δικάσει ο Χριστός ως Θεός, δεν θα σωθεί κανένας από εμάς. Μα θα μας δικάσει ως Θεός και άνθρωπος μέσα στα ανθρώπινα μέτρα. Και θα μας ζητήσει αν είχαμε μεταξύ μας αγάπη. Η αγάπη, γράφει ο Απόστολος Πέτρος, «καλύψει πλήθος αμαρτιών» (Α΄ ΠΕΤΡ. 4, 8). Η αγάπη δεν είναι μία λέξη και μία θεωρητική διδασκαλία, αλλά συγκεκριμένη κάθε φορά πράξη προς τον συνάνθρωπο, που είναι αδελφός «εν Χριστώ» (ΚΟΛΟΣ. 1, 2). Ας έχουμε λοιπόν αγάπη, ας πιστεύουμε στον Θεό, που από αγάπη προς τον άνθρωπο έγινε άνθρωπος, για να τον σώσει. Για να ακούσουμε όταν θα μας κρίνει: «Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (ΜΑΤΘ. 25, 34).
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.