Κυριακή 22 Μαΐου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ »


Κατά τη σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου φίλοι, η Εκκλησία μας μνημονεύει το γεγονός της θεραπείας του παραλυτικού. Σήμερα αποκαλύπτεται ο Χριστός και ως θεραπευτής της σωματικής ασθένειας. Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή αναφέρεται ότι στα Ιεροσόλυμα υπήρχε η κολυμβήθρα του Σιλωάμ, στην οποία κατά καιρούς κατέβαινε άγγελος, τάρασσε το νερό και όποιος προλάβαινε και έμπαινε πρώτος, θεραπευόταν. Εκεί, λοιπόν, μπροστά στην κολυμβήθρα υπήρχε ένας άνθρωπος παράλυτος τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια. Εξαιτίας της παραλυσίας του, της αδυναμίας του να πέσει πρώτος σε αυτήν, δεν θεραπευόταν. Όταν πήγαινε αυτός άλλος τον προλάβαινε και θεραπευόταν. Ο Χριστός τον πλησιάζει, τον ρωτά αν θέλει να γίνει καλά και γιατί δεν θεραπεύθηκε, ενώ βρισκόταν τόσα χρόνια μπροστά στην κολυμβήθρα, και εκείνος απαντά: «Δεν έχω άνθρωπο» (ΙΩΑΝ. 5, 7).
Δύο σημεία μπορούν να επισημανθούν στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Κατ’ αρχήν ο Κύριος τον ρωτά αν θέλει να γίνει καλά. Απόλυτος σεβασμός στην ελευθερία του! Αυτό μπορούμε να το έχουμε κι εμείς ως αρχή έναντι των συνανθρώπων μας. Να ρωτούμε τι αυτοί θέλουν. Συνήθως είμαστε επικεντρωμένοι στον εαυτό μας με έναν φίλαυτο και άρρωστο τρόπο, με εμμονή στις δικές μας επιθυμίες και δεν μπαίνουμε στη διαδικασία να διερευνήσουμε την πραγματικότητα του άλλου ανθρώπου. Αν σεβόμασταν την ελευθερία των συνανθρώπων μας και προσπαθούσαμε να την κατανοήσουμε, τα πράγματα θα ήταν ίσως πολύ διαφορετικά στη ζωή μας. Το να προσπαθούμε να κατανοούμε τι θέλει ο συνάνθρωπός μας, είναι σεβασμός στην ελευθερία του. Είναι ευγένεια ψυχής. Είναι δυνατότητα κατανόησης και δυνατότητα σχέσης. Τι ευγενικό ερώτημα αυτό του Κυρίου μας! «Θέλεις;» (ΙΩΑΝ. 5, 6).
Το δεύτερο στοιχείο είναι αυτό που ρωτά ο Κύριος τον παραλυτικό αν έχει άνθρωπο κι εκείνος του απαντά πως δεν έχει. Ο Κύριος όμως έγινε άνθρωπος και για τον παραλυτικό και για όλους εμάς τους ανθρώπους, προκειμένου να μας στηρίζει και να μας δίνει απλόχερα τη βοήθειά Του. Ο Χριστός λοιπόν είναι ο άνθρωπός μας! Ο προσωπικός μας φίλος! Είναι ο δικός μας άνθρωπος, έτσι ώστε να μην μπορούμε να λέμε πως δεν έχουμε άνθρωπο για να μας βοηθήσει. Μπορούμε να προστρέχουμε στον Χριστό σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μας και να Του ζητάμε τη βοήθειά Του. Και να γνωρίζουμε, ότι ο Χριστός είναι πάντα διαθέσιμος! Αρκεί εμείς να Του ζητήσουμε τη λύση στα προβλήματά μας και στις δυσκολίες μας. Δυστυχώς σήμερα πολλοί άνθρωποι αναζητούν λύσεις στα προβλήματά τους οπουδήποτε αλλού εκτός από την Εκκλησία. Την Εκκλησία την θεωρούν ένα μουσείο και τίποτα παραπάνω.
Ο Κύριος, λοιπόν, αφού θεράπευσε τον παραλυτικό λέγοντάς του: «άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει» (ΙΩΑΝ. 5, 8), στο τέλος του λέει: «Πρόσεξε να μην αμαρτάνεις για να μην πάθεις χειρότερα» (ΙΩΑΝ. 5, 14). Και διερωτάται κανείς τι αμαρτία έκανε ο παραλυτικός; Σχετίζεται η σωματική ασθένεια με την αμαρτία; Σαφέστατα. Δεν σχετίζεται πολλές φορές η σωματική ασθένεια με το άγχος, που είναι αποτέλεσμα ολιγοπιστίας ή με τις εσωτερικές συγκρούσεις, που είναι αποτέλεσμα έλλειψης υπαρξιακού προσανατολισμού; Η αμαρτία δεν είναι ξεχωριστή από τη βιολογική-σωματική υπόσταση του ανθρώπου. Όπως φθείρει την ψυχή του ανθρώπου, φθείρει και το σώμα του. Πολλές σωματικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα της φιλαυτίας μας, της απληστίας μας και της εγωκεντρικότητάς μας. Πολλές φορές ασθενεί το σώμα μας από δική μας υπαιτιότητα.
Αλλά ποια ήταν η αμαρτία του παραλυτικού; Η αμαρτία του παραλυτικού είναι αυτό που ομολόγησε: «Δεν έχω άνθρωπο» (ΙΩΑΝ. 5, 7). Εμείς συνηθίζουμε να βλέπουμε τα πράγματα τελείως εξωτερικά. Θεωρούμε ότι, εφόσον ένας άνθρωπος εγκαταλειφθεί από όλους, φταίνε αυτοί που τον εγκατέλειψαν. Μπορεί ασφαλώς να συμβαίνει και αυτό και να περνά ο άνθρωπος μία κατάσταση πειρασμού, μία κατάσταση απαραίτητη για την πνευματική του ανάπτυξη, οπότε ταπεινώνεται με αυτόν τον τρόπο. Όμως τις περισσότερες φορές η μοναξιά μας είναι αποτέλεσμα της δικής μας πτώσης και φθοράς. Αυτού του είδους η μοναξιά είναι αποτέλεσμα της φιλαυτίας, της ιδιορρυθμίας, της ιδιοτροπίας και της μνησικακίας του ανθρώπου. Ο παραλυτικός ζούσε την κατάσταση αυτή της μοναχικότητάς του και της αντικοινωνικότητάς του. Ο παραλυτικός έκανε το λάθος να μην ανοιχθεί στους συνανθρώπους του.
Αγαπητοί μου φίλοι, αυτή η δυσκολία να είμαστε άνετοι κοντά στους άλλους ανθρώπους, να είμαστε λιγότερο επικριτικοί, αυτή η δυσκολία μας να συγχωρούμε είναι καταστάσεις αμαρτίας, που γεννούν ή επιβεβαιώνουν την μοναχικότητά μας. Είναι τελείως ακατανόητο να λέμε ότι είμαστε Χριστιανοί και να δυσκολευόμαστε να συνυπάρχουμε με τους άλλους ανθρώπους. Επομένως πρέπει να υπερβούμε τους αμφίβολους αντικοινωνικούς λογισμούς. Για να δούμε το κριτήριο της πνευματικής μας προκοπής στην ουσία του, θα πρέπει να ελέγξουμε τον εαυτό μας κατά πόσο είμαστε εύθικτοι, κατά πόσο συγχωρούμε και είμαστε επιεικείς προς τους συνανθρώπους μας που μας έφταιξαν, κατά πόσο λησμονούμε τα παράπονα και τα λάθη των άλλων. Θα ελέγξουμε την πνευματική μας κατάσταση με το πώς έχουμε προοδεύσει σε αυτά που προαναφέραμε. Χριστός Ανέστη!
Με αγάπη Χριστού Αναστάντος,
π. Βασίλειος.


    

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ »


Την προηγούμενη Κυριακή, αγαπητοί μου φίλοι, εορτάσαμε την φανέρωση του Αναστημένου Χριστού στον Απόστολο Θωμά. Και σήμερα εορτάζουμε μία φανέρωση, αυτή του Αναστημένου Χριστού στις Μυροφόρες γυναίκες. Οι Μυροφόρες είναι οι πρώτες που λαμβάνουν την πληροφορία της Ανάστασης και οι πρώτες που συναντούν τον Χριστό. Ο Χριστός δεν κάνει διακρίσεις και απαντά στον κάθε άνθρωπο, σύμφωνα με τη διάθεση της καρδιάς του. Οι Μυροφόρες είναι οι πρώτες που συναντούν τον Αναστημένο Χριστό, όχι τυχαία. Προηγούνται αυτές, γιατί αγάπησαν με παράφορο πάθος τον Χριστό και ήθελαν πολύ να Τον συναντήσουν. Ήθελαν πολύ να βρεθούν κοντά Του. Να βρεθούν κοντά στον αγαπημένο τους διδάσκαλο. Αυτές πρωτοστατούσαν και στον πόθο και στη διάθεση και στην αγάπη για τον Χριστό. Γι’ αυτό και αξιώνονται πρώτες να Τον συναντήσουν.
Πως μπορεί να αποδειχθεί όμως ότι οι Μυροφόρες περισσότερο από τους άλλους μαθητές επεθύμησαν τον Αναστημένο Χριστό; Αυτό διακρίνεται από τις πράξεις. Τη στιγμή που οι άνδρες μαθητές ήσαν συνηγμένοι για τον φόβο των Ιουδαίων σε κάποιο χώρο, αυτές «λίαν πρωΐ» (ΜΑΡΚ. 16, 2) πηγαίνουν στον τάφο του Χριστού. Θέλουν να Τον αλείψουν με αρώματα και με αυτόν τον τρόπο να Τον τιμήσουν. Η αγάπη τους ξεπερνά τον φόβο, τον κίνδυνο και τη δυσκολία. Μεταξύ τους είχαν την απορία, για το ποιος θα κυλήσει την πέτρα από την είσοδο του μνημείου. Γιατί ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Η αγάπη τους όμως ξεπερνά τη δυσκολία και γίνεται πίστη. Η αληθινή αγάπη, κατά την πράξη των μαθητριών, είναι αυτή που αναδεικνύει το ανθρώπινο πρόσωπο. Δεν μπορούμε να αγαπήσουμε αληθινά, αν δεν προβάλουμε μέσα μας την αξία του ανθρωπίνου προσώπου.
Η αξία αυτή μπορεί να προβληθεί μόνο και εφόσον βγούμε από τα στενά όρια του συμφέροντός μας, της λογικής μας και της δικαίωσής μας. Εμείς λέμε ότι αγαπάμε και θέλουμε να μας αγαπούν, αλλά η αγάπη μας είναι στηριγμένη στο συμφέρον. Αδυνατούμε να βγούμε από τις φοβίες και τις ανασφάλειές μας, γεγονός που αποδεικνύει ότι η αγάπη μας είναι αγάπη που έχει ως βάση το προσωπικό συμφέρον και την απόλαυση. Συνήθως θέλουμε να πάρουμε από τον άλλο ή στην καλύτερη περίπτωση να δώσουμε και να πάρουμε. Πολύ σπάνια υπάρχουν άνθρωποι που μόνο δίνουν στον συνάνθρωπό τους. Όμως η πραγματική αγάπη είναι εκείνη, που μας οδηγεί στην κοινωνία με τους άλλους ανθρώπους. Είναι εκείνη η αρετή που μας κάνει να τιμάμε το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο. Γι’ αυτό και αγωνιζόμαστε μέσα στην Εκκλησία. Να αποκτήσουμε την αρετή της αγάπης.
Κάποιοι λένε πως αυτά είναι θεωρητικά. Όμως η ευθύνη μας είναι να γίνουν πράξη. Πως τοποθετούμαστε όμως απέναντι σε μία αδικία, απέναντι στο συμφέρον μας; Πολλές φορές λέμε: «αφού ο άλλος με αδίκησε, δεν πρέπει να προστατεύσω τον εαυτό μου;» Αυτή είναι η κοσμική, η εμπαθής αντιμετώπιση των πραγμάτων. Υπάρχει όμως και η πνευματική αντιμετώπιση, που είναι η ανάγκη διάσωσης του ανθρωπίνου προσώπου. Και αυτό κατορθώνεται, όταν διασώσουμε το δικό μας πρόσωπο, μετανοήσουμε, δηλαδή αγαπήσουμε παράφορα τον Χριστό. Αν δεν αγαπήσουμε τον Χριστό, δεν μπορούμε να αγαπήσουμε πραγματικά τον συνάνθρωπό μας. Σε τέτοια περίπτωση η αγάπη καταντά ιδιοτελής. Έλεγε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης: «όταν αγαπάς τον Θεό, δεν είναι δυνατόν να μην αγαπάς την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο» (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Ε΄-Πάθη και αρετές, σελίδα 200).
Μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις η αγάπη δεν πρέπει να μένει στάσιμη. Πρέπει να εξελίσσεται. Όπως φυσικά και όλες οι αρετές. Ο άνθρωπος χρειάζεται να βγει από τη στασιμότητα, στην οποία οδηγείται είτε από μία στείρα και υποκριτική θρησκευτικότητα είτε από την κοσμικότητα, στην οποία περιορίζεται και αποθεώνεται η αγάπη ως ερωτισμός ή ως σεξουαλικότητα. Στη σημερινή εποχή κάποιοι θεωρούν αγάπη το να έχουν προγαμιαίες σχέσεις ή το να απατούν στον γάμο τους τον σύζυγο ή την σύζυγο. Κάποιοι θεωρούν αγάπη την διαστροφή και μάλιστα το να έχουν σεξουαλικές σχέσεις με ανθρώπους του ιδίου φύλου. Αυτά όλα δεν είναι αγάπη. Είναι κίβδηλες αγάπες, που οδηγούν μόνο στην ικανοποίηση του εγώ. ο άνθρωπος μπορεί να βγει από αυτή την κατάσταση, να κάνει έξοδο ελευθερίας, αν μπει σε αυτή τη διαδικασία της ανάδειξης του ανθρωπίνου προσώπου, μέσα από την εύρεση του Αναστημένου Χριστού.
Αγαπητοί μου φίλοι, αν δεν μάθει η καρδιά μας να τρέφεται από τον πόθο για το αγαπώμενο πρόσωπο και αν η αγάπη μας δεν ρισκάρει, δεν ριψοκινδυνεύει την προσωπική σχέση με τον Θεό, δεν πρόκειται να συναντήσει τον Θεό. Αν δεν ξεπεράσουμε τους φόβους μας του τύπου: «Αχ, θα με αδικήσει ο άλλος. Εντάξει, να στραφώ στον Θεό, αλλά θα βρω τον Θεό; Μήπως χάσω τον κόσμο και δεν απολαύσω τίποτα ούτε από τον Θεό;», δεν πρόκειται να συναντήσουμε τον Αναστημένο Χριστό. Αν ο άνθρωπος δεν ξεπεράσει αυτό το δίλημμα του φόβου, ότι θα χάσει τις απολαύσεις του κόσμου για την αγάπη του Χριστού, δεν θα αναστηθεί ποτέ η Αγάπη του Θεού μέσα του, δεν θα συναντήσει ποτέ τον Αναστημένο Χριστό. Γι’ αυτό ας μην είμαστε μίζεροι στη σχέση μας με τον Χριστό. Να τα δίνουμε όλα, όπως ακριβώς έκαναν και οι Μυροφόρες γυναίκες, οι οποίες αγαπούσαν πραγματικά τον Χριστό. Χριστός Ανέστη!
Με αγάπη Χριστού Αναστάντος,
π. Βασίλειος.


Τρίτη 10 Μαΐου 2016

« ΜΕΓΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΣΤΟΝ ΙΕΡΟ ΝΑΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΦΟΡΕΪΚΩΝ ΠΑΤΡΩΝ, 09.05.2016 »








« ΜΕΤΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ »


Σήμερα, αγαπητοί μου φίλοι, τιμάμε τον Άγιο Νικόλαο, Αρχιεπίσκοπο Μύρων της Λυκίας, «των θαλασσών τον Άγιο», όπως πολύ ωραία τον αποκαλεί ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης στο ομώνυμο διήγημά του. Ο Άγιος Νικόλαος είναι ένας λαοφιλής Άγιος. Είναι ένας Άγιος που το όνομά του είναι η δική μας νίκη, αφού Νικόλαος σημαίνει η νίκη του λαού. Και η νίκη του λαού είναι η αγιότητα του Αγίου. Ένας Άγιος είναι ένας δικός μας θησαυρός, ένας θησαυρός όλης της Εκκλησίας και μάλιστα όχι στιγμιαίος αλλά διαχρονικός. Αυτό το δείχνει η τιμή και η ευλάβεια των ανθρώπων στον Άγιο Νικόλαο. Τον θεωρούμε ένα διαρκή θησαυρό μας, γι’ αυτό και το όνομά του φέρουμε και την πρεσβεία του επικαλούμαστε και ζητάμε τον φωτισμό του στην καθημερινή μας ζωή. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, που οι άνθρωποι του σκότους και της αμαρτίας πολεμούν την αγία και αμώμητη πίστη μας, χρειαζόμαστε εμείς οι πιστοί τη βοήθεια του Αγίου.
Όμως τι μπορεί να σημαίνει ο Άγιος Νικόλαος, ένας Επίσκοπος της Εκκλησίας, για τον εαυτό του, για την Εκκλησία και για τον λαό του Θεού; Μερικά στοιχεία μας δείχνει το Απολυτίκιό του. «Κανόνα πίστεως». Ο Άγιος Νικόλαος ήταν όχι απλά πιστός, αλλά «κανόνας πίστεως». Εμπιστεύθηκε τον Χριστό απόλυτα. Και Τον έκανε κανόνα και τρόπο της ζωής του. Και αυτή την πίστη, αυτή τη ζωντανή σχέση με τον Χριστό την υπερασπίσθηκε. Αυτός ο πράος Άγιος, ο γλυκύς Άγιος, ο γεμάτος αγάπη Άγιος δεν δίστασε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο να χαστουκίσει τον Άρειο, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είναι κτίσμα του Θεού και όχι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Και γιατί το έκανε αυτό; Γιατί η πίστη δεν είναι προσωπική μας υπόθεση όπως ανόητα υποστηρίζουν κάποιοι σήμερα. Η αγάπη όταν δεν συνοδεύεται από την αληθινή πίστη, δεν είναι πραγματική αγάπη. Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει την αγάπη του Αγίου Νικολάου. Και όμως χαστούκισε τον Άρειο! Οι άνθρωποι της αθεΐας και της αμαρτίας φοβούνται μία τέτοια ζωντανή πίστη.
Τα υπόλοιπα δύο που ακούμε στο Απολυτίκιο του Αγίου Νικολάου είναι η ζωή του. «Εικόνα πραότητος. Εγκρατείας διδάσκαλον». Τι είναι η πραότητα; Τι είναι η εγκράτεια; Είναι ο αγώνας του ανθρώπου. Ο αγώνας όμως που στηρίζεται στην αληθινή σχέση με τον Θεό. Στην εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Θεού. Η πραότητα δεν είναι η εξωτερική ηρεμία των νεύρων μας. Είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος. Και ο Άγιος Νικόλαος, γι’ αυτό ήταν πράος. Αληθινά πράος! Και τότε ακόμη που χαστούκισε τον Άρειο πράος ήταν. Και δεν ήταν μία τιμωρία στον Άρειο, αλλά μία προειδοποίηση γι’ αυτό που έλεγε. «Οργίζεσθε, και μη αμαρτάνετε» (ΕΦΕΣ. 4, 26), λέει ο Απόστολος Παύλος στους Εφεσίους. Η δε εγκράτεια είναι ο έλεγχος του εαυτού μας. Η εγκράτεια μπορεί να εκφρασθεί σε διάφορους τομείς της καθημερινής μας ζωής. Οφείλουμε να βάλουμε την εγκράτεια στη ζωή μας, έτσι ώστε να αποφεύγουμε την διάπραξη κάθε είδους αμαρτίας. Πρέπει να κυβερνάει ο νους μας και όχι η σάρκα μας. Πρέπει να βάλουμε κυβερνήτη στη ζωή μας τον Θεό και όχι τον αρρωστημένο εγωϊσμό μας. Ο Άγιος Νικόλαος ήταν πραγματικά εγκρατής.
Ο επίγειος αγώνας του Αγίου Νικολάου ήταν η απόκτηση των αρετών, οι οποίες αρετές οδηγούν στην ουσιαστική σχέση με τον Χριστό. Η ψεύτικη θρησκευτικότητα, ο ευσεβισμός και ο ηθικισμός, μας απομακρύνουν από τον Χριστό, όσο και να νομίζουμε πως βρισκόμαστε κοντά Του. Ο Άγιος Νικόλαος αυτό κέρδισε. Εμπιστεύθηκε τον λόγο του Θεού και αγωνίσθηκε να καρποφορήσει τις αρετές του Αγίου Πνεύματος στη ζωή του. Και ποιος είναι ο πρώτος καρπός του Αγίου Πνεύματος; Είναι η Αγάπη. Αυτή την αγάπη είχε ο Άγιος Νικόλαος. Αυτός ο άνθρωπος με τη δυνατή πίστη. Και αυτή η αγάπη δεν τον έκανε παρά να νοιάζεται για όλους, να νοιάζεται για τα προβλήματα των ανθρώπων, για να μην πληγωθούν οι ψυχές των ανθρώπων. Και τη σκόρπιζε αυτή την αγάπη ο Άγιος Νικόλαος απλά και αθόρυβα. Ειρήνευε με τον τρόπο του τους ανθρώπους και αγωνιζόταν για την καλυτέρευση της ποιότητας της ζωής τους. Δεν καθόταν στην άκρη του. Δεν αδιαφορούσε. Επενέβαινε όπου έπρεπε και προσπαθούσε να διαφυλάττει το δίκαιο.
Δυστυχώς στη σημερινή εποχή και στην πατρίδα μας κάποιοι θέλουν την Εκκλησία αποδυναμωμένη και να μην έχει λόγο. Θέλουν τους Επισκόπους να μην μιλάνε γιατί δήθεν δεν πρέπει να μπλέκονται με την πολιτική. Και όμως οι Επίσκοποι και γενικά οι Χριστιανοί δεν πρέπει να είναι συμβιβασμένοι, αλλά αγωνιστές. Όπως ήταν αγωνιστής και ο Άγιος Νικόλαος. Δηλαδή έχουν άποψη επί παντός θέματος διάφοροι δημοσιογράφοι και άλλοι στην τηλεόραση, οι οποίοι μάλιστα δεν μπορούν να μιλήσουν και σωστά την Ελληνική γλώσσα και απαγορεύεται στους Επισκόπους να έχουν άποψη; Ας το καταλάβουν όλοι αυτό. Ο Επίσκοπος και γενικά η Εκκλησία έχουν καθήκον τους να υπερασπίζονται τους ανθρώπους που αδικούνται. Έχουν καθήκον να διαφυλάττουν την αγία και αμώμητη πίστη από τον Οικουμενισμό και τον Διαθρησκειακό Συγκρητισμό. Έχουν καθήκον να νοιάζονται τόσο για την επίγεια πορεία των ανθρώπων, όσο και για την αιώνια ζωή. Η Εκκλησία του Χριστού είναι ζωντανή. Δεν είναι κάποιο μουσείο. Πρέπει να είναι δυναμική και να επεμβαίνει όπου χρειάζεται.
Αγαπητοί μου φίλοι, η Εκκλησία του Χριστού έχει τους Αγίους της φώτα ολόφωτα για να φωτίζουν την πορεία της ζωής. Και τι βλέπουμε στον Άγιο Νικόλαο, αλλά και σε όλους τους Αγίους; Οι ίδιοι ως άνθρωποι υπήρξαν απόλυτα ταπεινοί, απόλυτα απλοί, διάκονοι των αδελφών τους. Γίνονταν όμως λέοντες όταν κινδύνευε η Ορθόδοξη Πίστη μας. Πολλοί πασχίζουν σήμερα να καταργήσουν οτιδήποτε θυμίζει Εκκλησία. Γιατί ξέρουν πολύ καλά αυτό που έλεγε ο Ντοστογιέβσκη ότι «χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται». Θέλουν μία κοινωνία άθεη και το έχουν καταφέρει μέχρι κάποιου σημείου. Όμως να γνωρίζουν ότι όλοι όσοι πολέμησαν την Εκκλησία του Χριστού ανά τους αιώνες εξαφανίσθηκαν. Η Εκκλησία όμως παραμένει ζωντανή θα παραμένει στους αιώνες των αιώνων. Γιατί αρχηγός της Εκκλησίας δεν είναι κάποιος απλός άνθρωπος, αλλά ο Ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Εμείς λοιπόν ας αποτελέσουμε το «μικρόν ποίμνιον» (ΛΟΥΚΑ 12, 32), την «μαγιά» που έλεγε ο Στρατηγός Μακρυγιάννης (Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη, σελίδα 255) , που θα διαφυλάξει την Ορθόδοξη Πίστη και θα αναστήσει και πάλι την Πατρίδα μας. Χριστός Ανέστη!
Με αγάπη Χριστού Αναστάντος,
π. Βασίλειος.






Κυριακή 8 Μαΐου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ »


Κυριακή του Θωμά σήμερα, αγαπητοί μου φίλοι, και η Εκκλησία μας μνημονεύει το γεγονός της ψηλάφησης του Κυρίου μας «επί τον τύπον των ήλων» (ΙΩΑΝ. 20, 25) από τον Απόστολο Θωμά. Η Αγία μας Εκκλησία χαρακτηρίζει την απιστία του Θωμά «καλή απιστία», γιατί αυτή η ανάγκη και αυτός ο τρόπος τον οδήγησαν στην επίγνωση της Ανάστασης του Χριστού. Ο Θωμάς αρνούμενος οποιαδήποτε μορφή θρησκευτικής υποκρισίας, που εκφράζεται με την έννοια της θρησκευτικής πίστης ως παράδοσης, ως συνήθειας και ως ταυτότητας, ζητά η πίστη του να είναι θεμελιωμένη σε προσωπική γεύση και εμπειρία. Δεν αρκείται στις μαρτυρίες των άλλων μαθητών. Θέλει ο ίδιος να είναι αυτόπτης μάρτυρας της Ανάστασης του Χριστού, ώστε να έχει δύναμη ο λόγος του και το κήρυγμά του, όταν αργότερα θα τον δούμε να πηγαίνει στην Ινδία ως Απόστολος του Χριστού.
Δυστυχώς εμείς οι σημερινοί Χριστιανοί μένουμε στην προτροπή «πίστευε και μη ερεύνα». Αυτή η φράση δεν έχει καμία σχέση με την Ορθόδοξη Πίστη μας, η οποία μας προτρέπει «ερευνάτε τας Γραφάς» (ΙΩΑΝ. 5, 39), γιατί έτσι στερεωνόμαστε περισσότερο στην πίστη μας και μπορούμε να δώσουμε ακόμη και τη ζωή μας γι’ αυτήν. Το να μην ζητάμε προσωπικό βίωμα ίσως να μην οφείλεται στην πίστη μας αλλά μάλλον στην απιστία μας. Θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και επαναπαυόμαστε στη συνήθεια, στη θρησκευτικότητα, στην παράδοση. Μία παράδοση που είναι απλώς ανάμνηση και δεν είναι δυνατότητα προσωπικής μετοχής στο μυστήριο του Σταυρού και της Ανάστασης, είναι εκκλησιαστικό έκτρωμα και πνευματική αναπηρία. Εμείς οι Χριστιανοί πρέπει να αγωνιζόμαστε, προκειμένου να βιώσουμε την πίστη και να μην την προσεγγίζουμε επιδερμικά.
Η συνήθεια και η κακή θρησκευτικότητα είναι αυτά που μας καταστρέφουν. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μέσα από την ψηλάφηση του Θωμά θέλει να μας πει ότι υπάρχει απιστία που δεν είναι «κακή». Είναι «καλή απιστία», όταν ο άνθρωπος έχει καλό λογισμό και θέλει ο Χριστός να γίνει η ζωντανή πραγματικότητα της ζωής του. Αλλά για να συμβεί κάτι τέτοιο, πρέπει να Τον ακολουθήσουμε όχι μόνο στην Ανάσταση, αλλά και στον Γολγοθά. Ο Χριστός απαντά σύμφωνα με τη διάθεσή μας. Όμως αυτή δεν πρέπει να είναι μία απλή περιέργεια του νου, αλλά μία αληθινή διάθεση να συμπορευθούμε με τον Χριστό στον Σταυρό και στην Ανάστασή Του. Όταν όμως είναι απλώς μία περιέργεια του νου, αυτό είναι αντικατάσταση του Χριστού με τη δική μας δύναμη. Αυτή η κατάσταση μας οδηγεί σε μία πραγματική έκπτωση και αδυναμία, οι οποίες μας εμποδίζουν να συναντηθούμε με τον Αναστημένο Χριστό.
Η πίστη δεν είναι μία περιέργεια του νου. Δεν είναι μία απλή ικανοποίηση κάποιων ψυχολογικών εσωτερικών αναζητήσεων. Η πίστη είναι μία αποκάλυψη του Θεού στον ταπεινό άνθρωπο. Και ποιος είναι ο ταπεινός άνθρωπος; Είναι ο πληγωμένος άνθρωπος, που θέλει να βρει την αγάπη και είναι έτοιμος να τα αφήσει όλα γι’ αυτήν. Το ακριβώς αντίθετο είναι η εκκοσμίκευση, η οποία μας οδηγεί στο να χάσουμε την πνευματική ευαισθησία και λειτουργούμε μόνο για το θέλημά μας και για το συμφέρον μας. Θέλουμε, λοιπόν, και την Ανάσταση, θέλουμε και την αμαρτία. Θέλουμε την Ανάσταση, για να έχουμε την εξασφάλιση της υπαρξιακής μας απορίας, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να ακολουθούμε και την αμαρτία. Σε αυτή την περίπτωση η Ανάσταση ικανοποιεί μόνο τον νου μας. Δεν αναπαύει την ύπαρξή μας, δεν θα αναπαύει το πρόσωπό μας.
Γιατί όμως ο Κύριος λέει στον Θωμά: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (ΙΩΑΝ. 20, 29); Ο Χριστός δεν κατηγορεί τον Θωμά γι’ αυτήν την επιθυμία του, να γίνει, δηλαδή, και αυτός προσωπικός μέτοχος της Ανάστασής Του. Αλλά τον κατηγορεί για το επίπεδο που επέλεξε να συναντήσει τον Χριστό, το χαμηλότερο επίπεδο, αυτό των αισθήσεων. Να ακουμπήσει, για να βεβαιωθεί. Να βάλει το δάκτυλο «επί τον τύπον των ήλων» (ΙΩΑΝ. 20, 25). Υπάρχει όμως και το επίπεδο του Λόγου, το επίπεδο του Φωτός, το επίπεδο της Αγάπης του Θεού. Για να μπορέσει όμως ο άνθρωπος να αποδεχθεί και να διακρίνει ποιο είναι το Πνεύμα του Θεού, απαιτείται μία εσωτερική ωριμότητα. Ο Θωμάς δεν ελέγχεται από τον Χριστό για τον πόθο του προς την αλήθεια, αλλά για τον τρόπο που επέλεξε να συναντήσει τον Θεό. Στο επίπεδο των αισθήσεων ο άνθρωπος γίνεται κυρίαρχος του άλλου και δεν ταπεινώνεται.
Αγαπητοί μου φίλοι, η πίστη είναι δώρο του Θεού. Ο Θεός γνωρίζεται δια της αποκάλυψής Του. Πρέπει ο Θεός να συγκαταβεί στην καρδιά μας. Από την μεριά μας χρειάζεται εσωτερική προετοιμασία. Εμείς θα δώσουμε χώρο με τρεις τρόπους. Ο πρώτος είναι να ποθήσουμε την αλήθεια και να μην εξαντλούμαστε στα εξωτερικά και τυπικά φαινόμενα, έστω και αν αυτά είναι εκκλησιαστικά. Ο δεύτερος είναι να καταβάλλουμε κόπο. Να προσευχόμαστε, να νηστεύουμε, να τηρούμε τις εντολές του Θεού, να αγωνιζόμαστε πνευματικά, με την προοπτική να δώσουμε τις προϋποθέσεις στον Θεό να κατοικήσει στην καρδιά μας. Και ο τρίτος είναι η ταπείνωση. Ο άνθρωπος ταπεινώνεται εσωτερικά και καταλαβαίνει ότι τον ξεπερνά η αλήθεια, με αποτέλεσμα να ζητήσει το έλεος του Θεού. Η εκζήτηση της Χάριτος και του ελέους είναι η εσωτερική ψηλάφησή μας του Αναστημένου Χριστού. Χριστός Ανέστη!
Με αγάπη Χριστού Αναστάντος,
π. Βασίλειος.