Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

« ΟΣΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ »


Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 μ.Χ. και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμήν του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά το 1762 μ.Χ., πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.
Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.
Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 μ.Χ. κείρεται Μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται Διάκονος.
Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «εκ δυνάμεως εις δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 μ.Χ. χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη Μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ».
Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και αν δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και την φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».
Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστός Ανέστη!».
Την 1η Ιανουαρίου 1833 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μην ακηδιάτε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε. Στέφανοι μας ετοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι....», «Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ....», «Ω, Πάσχα το μέγα και ιερώτατον, Χριστέ....».
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833 μ.Χ. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.
Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 μ.Χ., στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 μ.Χ. επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.

www.saint.gr



Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

« Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΧΡΟΝΟΣ »


Με την έναρξη του νέου έτους, αγαπητοί μου φίλοι, γνωρίζοντας ότι μεγαλώνει και γερνάει, επιθυμεί να κατανοήσει το χρόνο στην οντολογική του διάσταση. Η τρέχουσα όψη των πραγμάτων είναι πάντοτε επιφανειακή και απατά τον άνθρωπο. Όπως λέει ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολοσσαείς επιστολή του: «Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν» (ΚΟΛΟΣ. 2, 8). Δηλαδή, «Προσέχετε καλά, μη σας εξαπατήσει κανείς με τους απατηλούς και κούφιους συλλογισμούς της ανθρώπινης σοφίας, που στηρίζονται σε ανθρώπινες παραδόσεις και σε μια λαθεμένη πίστη προς τα στοιχεία του κόσμου και όχι στη διδασκαλία του Χριστού» (ΚΟΛΟΣ. 2, 8). Μιλώντας για τον ευμετάβλητο χαρακτήρα του χρόνου δεν διδάσκουμε τον μη σεβασμό σε αυτόν.΄
Όπως παρατηρεί ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας στην Ιερά Μητρόπολη Πατρών: «Ο άνθρωπος, συνάπτοντας σχέση προσωπική με τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο του Θεού Πατρός, λυτρώνεται από τον χρόνο της αγωνίας, της ανίας, της απελπισίας και μπαίνει στον λειτουργικό χρόνο. Και τούτο γιατί ο Λόγος του Θεού Πατρός, παρεμβαίνει στον χρόνο και λυτρώνει τον άνθρωπο απ’ αυτόν. Έτσι ο άνθρωπος, εξερχόμενος του εαυτού του, βιώνει το “τώρα” ως αιωνιότητα, ζώντας το μυστήριο της κοινωνίας μετά του Θεού και του συνανθρώπου» (Μέθεξη Αληθείας-Θεολογικές και Φιλοσοφικές Αναζητήσεις, σελίδες 162-163). Αυτό το μυστήριο της κοινωνίας με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ζούσε και ο σήμερα εορταζόμενος Μέγας Βασίλειος, Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ζούσε ήδη από αυτή τη ζωή την αιωνιότητα.
Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε μέγας θεολόγος, μέγας Διδάσκαλος, μέγας ασκητής και μέγας Χριστιανός φιλόσοφος. Είναι ο διανοούμενος της Ανατολικής Εκκλησίας. Ο Βασίλειος δεν χρησιμοποίησε τη φιλοσοφική του σκέψη και κατάρτιση, για να εξυπηρετήσει προσωπικά του συμφέροντα, αλλά έθεσε τη φιλοσοφική του σκέψη και συγκρότηση στην υπηρεσία του Χριστού και της Εκκλησίας. Έθεσε την επιστήμη και τη γνώση του στην υπηρεσία των ανθρώπων και ιδιαίτερα των αδυνάτων. Ως Διδάσκαλος αγωνίσθηκε να μεταδώσει με επαγωγικό τρόπο τα νάματα της πίστης προς τους Χριστιανούς και προς τους ειδωλολάτρες. Η φιλοσοφία εκείνη την εποχή με φανταχτερά φιλοσοφικά επιχειρήματα, επιζητούσε να παρασύρει τους ανθρώπους σε απατηλά πράγματα που οδηγούσαν στην ηθική απώλεια. Ιδιαίτερα εκείνη την εποχή οι Αρειανοί διέστρεφαν τη διδασκαλία της Εκκλησίας.
Αλλά και στη δική μας εποχή υπάρχουν οι κενοί φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι χωρίς κοινωνικό πιστεύω που οχυρώνονται πίσω από το μανδύα της επιστήμης και διακηρύττουν τις υλιστικές τους πεποιθήσεις χωρίς ηθικό περιεχόμενο. Έτσι έχει δημιουργηθεί ένας πολιτισμός χωρίς ανθρωπισμό. Καλλιεργούνται με πάθος και έμφαση η ικανοποίηση χαμηλών ενστίκτων προς εξαχρείωση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Το θέατρο, η μουσική, γενικά η τέχνη, δεν εξυψώνουν τον άνθρωπο σήμερα, αλλά μάλλον τον υποβιβάζουν και τον εκβαρβαρίζουν. Πρόσφατο παράδειγμα το θεατρικό έργο, που παίχθηκε στην Θεσσαλονίκη με τίτλο «Η ώρα του διαβόλου», ενός Πορτογάλου σατανιστή, του Φερνάνδου Πεσσόα, από ατάλαντους ηθοποιούς και αμφιβόλου ποιότητας σκηνοθέτη. Δυστυχώς οι άνθρωποι δεν κατανοούν τις μεθοδευμένες ενέργειες αθέων και ανθρώπων των σκοτεινών δυνάμεων.
Ο Μέγας Βασίλειος, παρά τις επιθέσεις που δέχθηκε από τους ανθρώπους της εποχής του, της ψευδώνυμης γνώσης, παρέμεινε αμετακίνητος στο Ορθόδοξο πιστεύω του και στην κοινωνική του προσφορά. Δοκιμαζόμαστε και σήμερα από την κρίση του πολιτισμού μας. Υπάρχει στον αιώνα μας μία νέα Βαβέλ, μία πνευματική έρημος, σχιζοφρένεια και δαιμονισμός. Έχουμε ανάγκη όλοι μας από τη γνώση που οδηγεί στην ανακάλυψη του αληθινού Θεού και του πραγματικού εαυτού μας. Την ανακάλυψη αυτή θα τη βρούμε στον πνευματικό πολιτισμό που θεμελίωσε ο Χριστός με το νόμο της αγάπης. Η αγάπη καταργεί τη βάρβαρη συμπεριφορά μεταξύ μας και θεμελιώνει τις υψηλότερες διανθρώπινες σχέσεις. Επικρατεί όχι ο παραλογισμός, αλλά η φωτισμένη λογική. Μέσα στην Εκκλησία βιώνουμε μία διαφορετική ζωή, πιο πνευματική και πιο υψηλή.
Αγαπητοί μου φίλοι, όσο και αν είναι σκοτισμένη η σκέψη μας από τις υλόφρονες θεωρίες, δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε ότι ο Χριστός εξημέρωσε και κατεκόσμησε τα ήθη των ανθρώπων. Ας συναισθανθούμε ότι βρισκόμαστε σε ένα κατάντημα πολιτισμού. Ο Μέγας Βασίλειος με τη ζωή του μας καθοδηγεί σε μία φωτεινή πορεία, η οποία μας βγάζει κοντά στον Χριστό. Μας καλεί μέσα από τη ζωή του να τον μιμηθούμε και κατ’ επέκταση να μιμηθούμε τον Ίδιο τον Χριστό. Αρχή του νέου έτους σήμερα. Ας αποβεί αρχή νέας προσπάθειας για την ανακαίνιση των ανθρώπινων ηθών μας. Μακάρι η κουρασμένη σημερινή ανθρωπότητα να ανακαλύψει την αληθινή γνώση της Χριστιανικής θεολογίας, για να βρει το σωστό προσανατολισμό της, να ζήσει την πνευματική βασιλεία που κήρυξε ο Χριστός. Καλή και ευλογημένη χρονιά!
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

    


« ΕΥΧΕΣ »


Αγαπητοί μου φίλοι, σας εύχομαι ολόψυχα καλή και ευλογημένη χρονιά, γεμάτη πνευματικούς καρπούς.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.