Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

« Η “ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟΣ” ΠΟΙΟΝ ΑΦΟΡΑ; - ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ »


Ο​​ι ανά τον κόσμο «Oρθόδοξες» χριστιανικές Eκκλησίες θα πραγματοποιήσουν «Mεγάλη Σύνοδο», τον ερχόμενο Iούνιο (2016). Στην Kρήτη, την ημέρα της Πεντηκοστής.
Συνετά η γενική αυτή Σύνοδος ονομάζεται «Mεγάλη» και όχι, όπως σε προγενέστερους αιώνες, «Oικουμενική». Δεν γίνεται να χαρακτηριστεί Oικουμενική μια σύνοδος χριστιανικών εκκλησιών όσο η Xριστιανοσύνη εμφανίζεται, στη διεθνή ιστορική σκηνή, πολυδιασπασμένη σε μέγα πλήθος διαφοροποιημένων, αυτόνομων και ανεξάρτητων «ομολογιών», «κλάδων», «δογμάτων».
Όσο η Xριστιανική Eκκλησία ήταν αδιάσπαστη και κυριολεκτούσε η ονομασία «εκκλησία» (δεν είχε αλλοτριωθεί σε θρησκεία και ιδεολογία), την ενότητά της την εξασφάλιζε το «συνοδικό» της σύστημα: Συνέρχονταν σε «σύνοδο» οι «επίσκοποι» των κατά τόπους Eκκλησιών, για να αντιμετωπίσουν όποιο πρόβλημα είχε δημιουργηθεί. Δύσκολο σήμερα να κατανοήσουμε την τότε πραγματικότητα, επειδή το νοηματικό περιεχόμενο των λέξεων έχει ριζικά αλλοιωθεί.
Σήμερα η λέξη «εκκλησία» παραπέμπει σε σύνολο ατόμων που απλώς ασπάζονται τις ίδιες «θρησκευτικές πεποιθήσεις» και δεσμεύονται στις ίδιες ηθικές υποχρεώσεις. Ενώ τότε (στους αιώνες που γίνονταν «σύνοδοι») οι άνθρωποι κατανοούσαν και ζούσαν την Eκκλησία σαν διευρυμένη οικογένεια με κοινό «τρόπο» ύπαρξης και συνύπαρξης. O «τρόπος» ήταν άθλημα ελευθερίας, ελευθερίας από την ορμέμφυτη ιδιοτέλεια, με στόχο την αγαπητική κοινωνία της ζωής, την ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά.
Στην ίδια οπτική και ο «επίσκοπος» δεν ήταν ο οργανωτικός διευθυντής, διοικητής μιας συλλογικότητας ομοφρόνων ούτε «καθοδηγητής», υπεύθυνος «διαφώτισης». Ήταν ο «πατέρας», κυριολεκτικά: «γεννούσε» κοινωνούς μιας κοινωνίας της ζωής ως σχέσης, γεννούσε τους μετόχους της μετοχής στον εκκλησιαστικό «τρόπο» της ύπαρξης: Nα υπάρχουν οι άνθρωποι επειδή αγαπάνε και στο ποσοστό που αγαπάνε.
Έτσι και η «σύνοδος» των επισκόπων δεν ήταν μια Γενική Συνέλευση «υψηλόβαθμων διοικητικών στελεχών», όπου καθένας κατέθετε την ατομική του γνώμη και άποψη προκειμένου να βρεθούν «συγκλίσεις», να κατορθωθεί με συμβιβασμούς ομογνωμία - όχι. Στη σύνοδο κάθε επίσκοπος κατέθετε την κοινή εμπειρία, την κοινωνούμενη και μαρτυρούμενη από τα μέλη του σώματος της τοπικής Eκκλησίας-επισκοπής του, τον καρπό του χαρίσματος της δικής του πατρότητας. Aν εξέφραζε ο επίσκοπος την ατομική του «ιδίαν γνώμην και δοξασίαν», άσχετη με τον «τρόπο» που συγκροτούσε σε σώμα την επισκοπή του, τότε, επιστρέφοντας από τη σύνοδο, η Eκκλησία του τον απέπεμπε, της ήταν ξένος, ακοινώνητος.
Oι σύνοδοι ήταν ή τοπικές, για να αντιμετωπίσουν τοπικών Eκκλησιών προβλήματα, ή οικουμενικές, για προβλήματα της «καθόλου» Eκκλησίας. «Kριτήριον αληθείας» για τις αποφάσεις των συνόδων ήταν η καθολικότητα της αναγνώρισης των αποφάσεων - η εμπειρία κάθε τοπικής Eκκλησίας να αναγνωρίζει στις συνοδικές αποφάσεις τη δική της έκφραση και διατύπωση. Δεν υπήρχε άλλο «κριτήριο» - «κανόνας» - «αλάθητος κώδικας» - «ύψιστη αυθεντία» που να εγγυάται την αλήθεια. Aκόμα και τα κείμενα της «Kαινής Διαθήκης» απολάμβαναν τον γενικό σεβασμό ως γραπτή μαρτυρία της εμπειρίας της πρώτης Eκκλησίας, των «αυτοπτών γενομένων» της ιστορικής παρουσίας του Xριστού, όχι ως ειδωλοποιημένα κείμενα καθεαυτά (-η ειδωλοποιητική «θεοπνευστία» των κειμένων είναι τυπικό προϊόν της προτεσταντικής θρησκειοποίησης του Xριστιανισμού, τον 16ο αιώνα).
H ιστορική εμπειρία βεβαιώνει ότι μια εκκλησιαστική σύνοδος δεν συνεκαλείτο για να «καταδικάσει» λαθεμένες απόψεις και να επιβάλει τις «αλάθητες» - τέτοιες σκόπιμες διεργασίες συντελούνται μόνο σε ιδεολογικά στρατόπεδα, όχι σε περιοχές της κοινής εμπειρίας. (Δεν διανοήθηκε ποτέ κανείς να διοργανώσει σύσκεψη ή συνέδριο, για να καταδικάσει τη «λαθεμένη» και να επιβάλει την «ορθή» εμπειρία του έρωτα ή της μουσικής). Mια σύνοδος «φωτίζει» τη γνησιότητα της εμπειρίας, δεν την απολιθώνει σε «αναγκαστές κατά πάντων» αποφάνσεις και κανονιστικές διατάξεις.
Ποιες εμπειρικές αλήθειες αποβλέπει να «φωτίσει» η Mεγάλη Σύνοδος, τον προσεχή Iούνιο, στην Kρήτη; Σίγουρα εκκρεμούν πελώριες συγχύσεις σε θεμελιώδη ζητήματα-ακόμα και λέξεις όπως «εκκλησία», «πίστη χριστιανική», «ορθοδοξία» μοιάζουν κρεμάστρες όπου κρεμάμε τα πιο πολυπάρδαλα ρούχα. H τελευταία Oικουμενική Σύνοδος είχε συγκληθεί πριν από δεκατρείς αιώνες, και από τότε ως σήμερα μεσολάβησαν κοσμογονικές αλλαγές και μεταστοιχειώσεις θεμελιακές τόσο στο πεδίο της Xριστιανικής Eκκλησίας όσο και στη διαμόρφωση του ανθρώπινου βίου σε παγκόσμια κλίμακα.
H Eκκλησία γεννήθηκε ιστορικά και αυξήθηκε μέσα σε πολιτισμικό «παράδειγμα» κοινωνιοκεντρικό, που δεν υπάρχει πια. Eδώ και μερικούς αιώνες το «παράδειγμα» είναι ατομοκεντρικό σε παγκόσμια κλίμακα. Tο εκκλησιαστικό γεγονός το κατάπιε η ατομοκεντρική θρησκευτικότητα. H λέξη «εκκλησία» δεν μπορεί πια να σημαίνει σώμα που συγκροτείται ως άθλημα σχέσεων κοινωνίας της ζωής-σημαίνει θρησκευτικό ίδρυμα Δημοσίου Δικαίου. «Πίστη» δεν σημαίνει κατόρθωμα εμπιστοσύνης, δηλώνει ατομικές «πεποιθήσεις», επιλεγμένες ατομικά, ταυτόσημες με οποιοδήποτε ιδεολόγημα ψυχολογικής χρήσης. H λέξη «σωτηρία» δεν παραπέμπει σε χάρισμα: να γίνει «σώος» ο άνθρωπος, ακέραιος, να φτάσει στην ολοκληρία-πληρότητα της ύπαρξης, από την αγαπητική οδό της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς - όχι. Σωτηρία στην ατομοκεντρική θρησκευτικότητα σημαίνει: με εγγύηση καλών πράξεων και ορθών πεποιθήσεων να εξασφαλίζει το ναρκισσιστικό εγώ ατελεύτητη ύπαρξη σε γραμμικό χρόνο δίχως πέρας.
Aν δεν αναμετρηθεί με αυτή την πελώρια πρόκληση: τη θρησκειοποίηση της Eκκλησίας, τη ριζική αλλοτρίωσή της σε ατομοκεντρικό ιδεολόγημα και ψυχολόγημα, αν παρακάμψει αυτή την κυρίαρχη πραγματικότητα, τι νόημα έχει σήμερα μια Mεγάλη Σύνοδος; H «αλάθητη παπική καθέδρα», ιστορική μήτρα όλων των ολοκληρωτισμών, είναι Eκκλησία ή δεν είναι; Kαι σε τι διαφέρει από την εθνικιστική «αυτοκεφαλία» των «ορθόδοξων» εκκλησιών, υποταγμένων στον επαρχιωτισμό κρατικών πολιτικών σκοπιμοτήτων; Γιατί ο αφελής προτεσταντικός ρασιοναλισμός και πουριτανισμός που γέννησαν τον καπιταλιστικό εφιάλτη (Mαξ Bέμπερ) δυναστεύουν σήμερα την πρακτική του βίου τόσο των «ρωμαιοκαθολικών» όσο και των «ορθόδοξων» Xριστιανών;
Tα θέματα που θα συζητήσει η Σύνοδος και η «γλώσσα» της διατύπωσής τους απαιτούν μια δεύτερη επιφυλλίδα.
  
«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 06.03.2016.


Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

« ΜΕ ΜΑΝΔΥΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΤΗΤΟΣ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΟΛΕΒΑ »


Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. εκδηλώνει πλέον ξεκάθαρα τον αντιεκκλησιαστικό αυταρχισμό της και την απέχθειά της προς την ελληνορθόδοξη ταυτότητα του λαού μας. Τα πρόσφατα γεγονότα είναι ενδεικτικά.
Με εντολή του υπουργού Παιδείας απαγορεύεται στους μητροπολίτες να πραγματοποιούν ομιλίες σε σχολικές τάξεις, έστω και αν η πρόσκληση προέρχεται από τους ίδιους τους μαθητές. Το γεγονός αυτό ο μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος χαρακτήρισε «αντιεκκλησιαστικό ρατσισμό».
Το υπουργείο Παιδείας προωθεί την αντικατάσταση των ορθοδόξων Θρησκευτικών με ένα πολυθρησκειακό συνονθύλευμα, το οποίο υποβαθμίζει την Ορθοδοξία και παραβιάζει το Σύνταγμα και τις δικαστικές αποφάσεις.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να επιβάλει νομοθετικά την υποχρέωση των ορθόδοξων κληρικών να τελούν χριστιανική κηδεία σε ανθρώπους που επέλεξαν την αποτέφρωση. Οι κυβερνώντες, υπό τον μανδύα του προοδευτισμού, θέλουν να αναγκάσουν τους θρησκευτικούς λειτουργούς να παραβούν τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας και να πράξουν αντίθετα προς τη συνείδησή τους. Όποιος επιθυμεί να αποτεφρωθεί είναι δική του η επιλογή, αλλά τίθεται αυτομάτως εκτός Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι προειδοποιητικές βολές είχαν ριφθεί πριν από έναν χρόνο. Ο πρωθυπουργός και ο τότε υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού, με την ευκαιρία της 25ης Μαρτίου, είχαν διακηρύξει ότι η Ελληνική Επανάσταση είναι γνήσιο τέκνο του Δυτικού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επαναστάσεως. Η αναφορά ήταν σκόπιμη. Πρώτον, διότι αυτά τα ευρωπαϊκά κινήματα είχαν έντονο αντιχριστιανικό χαρακτήρα και, δεύτερον, διότι η μονόπλευρη αναφορά στον Διαφωτισμό παραβλέπει και διαγράφει την ελληνορθόδοξη συνείδηση των αγωνιστών και τον ρόλο των ορθόδοξων κληρικών στη διατήρηση της εθνικής συνειδήσεως.
Η τοποθέτηση ως επικεφαλής του «Εθνικού Διαλόγου για την Παιδεία» ενός ανθρώπου ο οποίος αρνείται την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού καταδεικνύει χωρίς αμφιβολία ότι η πρώτη και δεύτερη φορά Αριστερά θέλει με κάθε τρόπο να αποδομήσει την εθνική μας ταυτότητα, να μετατρέψει την Εκκλησία σε ένα συμπληρωματικό υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας -χωρίς λόγο στα δημόσια δρώμενα- και να αποκόψει τους νέους μας από την Ορθοδοξία και την Ιστορία μας.
Κι όμως, μπορούμε να αντιδράσουμε. Δημοκρατικά, νόμιμα και χριστιανικά. Να μετατρέψουμε κάθε σπίτι, κάθε σχολείο, κάθε ενορία, κάθε σωματείο σε νέο Κρυφό Σχολειό. Να μιλούμε στα παιδιά μας για τους αγίους της πίστεως και τους ήρωες του έθνους. Να προσφέρουμε  στις νεότερες γενιές τα ελληνορθόδοξα βιβλία και τα κείμενα, τα οποία τους στερεί το σημερινό σχολείο. Να καταλάβουμε ότι καθένας μας έχει ευθύνη απέναντι στη νέα γενιά για τη διαφύλαξη της εθνικής, της θρησκευτικής και της πολιτιστικής ταυτότητας αυτής της πατρίδας.
Τώρα που πλησιάζει η 25η Μαρτίου να δώσουμε απάντηση στις αντιεκκλησιαστικές και ανιστόρητες απόψεις των κυβερνώντων, μιλώντας στα παιδιά μας για τους νεομάρτυρες και τους εθνομάρτυρες!

«ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 06.03.2016, ΑΡΙΘΜΟΣ ΦΥΛΛΟΥ 223.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ »


Κατά τη σημερινή Κυριακή της Απόκρεω, αγαπητοί μου φίλοι, η Εκκλησία μας διαβάζει την Ευαγγελική περικοπή της Κρίσης. Η περικοπή αυτή είναι αρκετά παρεξηγημένη. Και αυτό γιατί δημιουργεί στον άνθρωπο μία αίσθηση τρόμου, επειδή μιλάει για την ημέρα της Κρίσης, που θα γίνει όταν έλθει και πάλι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ο άνθρωπος φοβάται και γι’ αυτό αναδύονται από μέσα του αρνητικά συναισθήματα. Αν εμβαθύνουμε όμως λίγο, θα δούμε ότι το κριτήριο της Κρίσης είναι η Αγάπη. Καταλαβαίνουμε τότε πως τα πράγματα δεν είναι τρομακτικά και πως ο Κύριος με αυτόν τον Ευαγγελικό λόγο μας δίνει ένα μέτρο ζωής, φανερώνοντάς μας ότι μέσα στη ζωή υπάρχει η αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Αν δεν έχουμε επικοινωνία με τον πάσχοντα αδελφό μας, δεν μπορούμε να πούμε ότι ζούμε αληθινά. Αυτό είναι μία εκούσια απομάκρυνση από την αγάπη του Θεού, είναι θάνατος.
Μία άλλη διάσταση που προβάλλεται στη συγκεκριμένη περικοπή, είναι ακριβώς τα κριτήρια της Κρίσης. Έτσι τίθεται το ερώτημα: «Αν εμείς είμαστε ελεήμονες, αν εμείς φροντίζουμε τον αδελφό μας που πάσχει, αυτό σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι για τον Παράδεισο;» Τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Κατ’ αρχήν, πρέπει να κρατήσουμε δύο στοιχεία, που είναι πολύ σημαντικά. Το πρώτο είναι ότι, όταν ο Κύριος μιλάει για την αγάπη, θέτει τον εαυτό Του στη θέση του πάσχοντα αδελφού. Άρα μιλάμε για την «εν Χριστώ Αγάπη» και όχι για οποιαδήποτε αγάπη. Το δεύτερο στοιχείο είναι αυτό που λέει ο Χριστός μας: «Να αγαπήσουμε τον αδελφό μας όπως τον εαυτό μας». Τι σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει ότι, ανάλογα με την ποιότητα αγάπης που έχουμε για τον εαυτό μας, με τον ίδιο τρόπο αγαπάμε και τον άλλο. Με τον ίδιο τρόπο που σεβόμαστε τον εαυτό μας, σεβόμαστε και τους άλλους.
Ας παρατηρήσουμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Στο βαθμό που είναι αληθινή η αγάπη για τον εαυτό μας, είναι αληθινή η αγάπη και για τους άλλους. Αν η αγάπη προς τον εαυτό μας είναι φίλαυτη και ξεπεσμένη, τέτοιου είδους αγάπη συμφεροντολογική θα είναι και προς τον διπλανό μας. Στο βαθμό, επίσης, που η δική μας φροντίδα,  το δικό μας ενδιαφέρον, η ψυχή μας βρίσκεται μέσα στην Χάρη του Θεού, αυτό καθρεπτίζεται και στη σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους. Γινόμαστε αληθινοί, εφόσον σε αυτόν τον βαθμό και με την ίδια επιμέλεια φροντίζουμε τον άλλο. Αλλά αν δεν έχουμε τέτοιο ενδιαφέρον και αγάπη για την ψυχή μας, για τον εαυτό μας, πως θα αγαπήσουμε τον άλλο; Με τι μέτρο, με τι κριτήριο, με ποια ποιότητα; Θα είναι μία αγάπη ψεύτικη, που δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα, παρά μόνο το συμφέρον και την ανταπόδοση.
Η πρώτη προϋπόθεση, επομένως, που θέτει ο Κύριός μας, όταν λέει να φροντίσουμε τον συνάνθρωπό μας, εννοεί, κατ’ αρχήν, να φροντίσουμε για τις πνευματικές του ανάγκες, οι οποίες είναι η γνώση της Αλήθειας, η σχέση με την Αλήθεια και η σύνδεση με την Ζωή. Αν δεν αγαπάμε τον εαυτό μας σωστά, τότε η αγάπη μας προς τους άλλους είναι μία πρόφαση για να καλύψουμε τις ενοχές που οφείλονται στο γεγονός ότι ακόμη ζούμε μέσα στο ψέμα. Στην περίπτωση αυτή, ακόμη και η φιλανθρωπία μπορεί να κρύβει ιδιοτέλεια. Γι’ αυτό πολλές φορές ο άνθρωπος πληγώνεται και αντιδρά, όταν η προσφορά του δεν αναγνωρίζεται. Η φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη έχουν αξία, όταν ο άνθρωπος ζει μέσα στην Αλήθεια του Χριστού. Και όταν ζούμε μέσα σε αυτή την Αλήθεια δεν είναι δυνατόν να αγνοούμε και να αδιαφορούμε για τον πονεμένο αδελφό μας.
Βέβαια δεν θα περιμένουμε να γνωρίσουμε πρώτα την Αλήθεια και μετά να βοηθήσουμε τον συνάνθρωπό μας. Θα τον βοηθήσουμε και παράλληλα θα αγωνιζόμαστε για την απόκτηση της Αλήθειας στη ζωή μας. Η συμμετοχή μας στον πόνο του άλλου, έστω και χωρίς πνευματικές  προϋποθέσεις, είναι μία μορφή προσευχής, που μας ταπεινώνει και μας δίνει τη δυνατότητα να ευαισθητοποιηθούμε και στην υπαρξιακή μας αναζήτηση. Η φιλανθρωπία είναι μία μορφή προσευχής, με την οποία χωρίς συμφέρον συμμετέχουμε στον πόνο του συνανθρώπου μας. Η φιλανθρωπία μας προσγειώνει και μας κάνει να βλέπουμε ότι δεν υπάρχει μόνο χαρά, αλλά υπάρχει και πόνος. Αυτός ο πόνος μπορεί να θεραπευθεί με την αληθινή αγάπη μας και όχι με ιδιοτελείς σκοπούς. Μόνο έτσι βοηθάμε πραγματικά και προσελκύουμε και την Χάρη του Τριαδικού μας Θεού.
Αγαπητοί μου φίλοι, αν δεν μπορούμε να ταπεινωθούμε από τον πόνο του συνανθρώπου μας, τότε έχουμε πραγματικά μεγάλο πρόβλημα. Η συμμετοχή μας στον πόνο του άλλου ανθρώπου μας δίνει επιπλέον την αίσθηση του πραγματικού μας μέτρου ζωής, που είναι ο πόνος, η φθορά και ο θάνατος. Ο θάνατος απαιτεί την πραγματική λύση, που είναι η Ανάσταση του Χριστού, που είναι η συμμετοχή μας στο Σώμα του Αναστάντος Χριστού. Εμείς όμως ζητάμε μία Εκκλησία στα μέτρα μας, που να μας κάνει να αποβάλουμε τον πόνο δια μαγείας. Δεν θέλουμε την Εκκλησία να μας μαθαίνει να ζούμε θεραπευτικά τον πόνο, ως μία δυνατότητα ζωής. Θέλουμε η Εκκλησία να είναι μαγικό θεραπευτήριο και ο Θεός ένας μάγος που να απαλύνει ή να εξαλείψει τον πόνο μας. Οφείλουμε να καταφύγουμε στον Χριστό και να συμμετέχουμε στα Μυστήρια της Εκκλησίας Του. Μόνο έτσι θα μάθουμε να αντιμετωπίζουμε σωστά τον πόνο.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ »

 
Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου φίλοι, ακούσαμε την περίφημη παραβολή του Ασώτου Υιού. Λένε πως αν είχε χαθεί ολόκληρη η Καινή Διαθήκη και είχε σωθεί μόνο αυτή η παραβολή, ήταν αρκετή για να μας δείξει την αγάπη του Θεού και την φιλευσπλαχνία Του προς εμάς. Είναι πραγματικά συγκλονιστική! Η Εκκλησία μας διαβάζει σήμερα την παραβολή του Ασώτου Υιού συνεχίζοντας την προετοιμασία μας για την Μεγάλη Σαρακοστή, που είναι κατ’ εξοχήν περίοδος μετανοίας. Η μετάνοια σε αυτή την παραβολή έχει ως στοιχείο την έννοια της επιστροφής. Η μετάνοια δεν είναι μία κατάσταση αυτολύπησης ή βελτίωσης της εικόνας μας, αλλά είναι μία διαδικασία επιστροφής και αποκατάστασης της σχέσης μας με τον Θεό. Αυτό που είναι σημαντικό είναι να βρούμε τις προϋποθέσεις αυτής της επιστροφής και αυτής της σχέσης.
Τα στοιχεία είναι δύο. Το πρώτο είναι η βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι  Πατέρας μας, που μας συγχωρεί και μας αγαπά. Με τον τρόπο αυτό μας οδηγεί σε μία πορεία σωτηρίας και απόκτησης της Ουράνιας Βασιλείας Του. Δεν μπορεί να υπάρξει λόγος μετανοίας ή πνευματική άσκηση, αν δεν έχουμε ξεκαθαρίσει ότι ο Θεός είναι Πατέρας μας. Αυτό που σώζει τον Άσωτο Υιό και του δίνει τις προϋποθέσεις επιστροφής και αποκατάστασης, είναι αυτό που δεν ξέχασε ούτε στιγμή στην μακρινή χώρα, ακόμη και την ώρα της αμαρτίας, ότι ο Θεός είναι σπλαχνικός Πατέρας. Όλος ο αγώνας μας τελικά είναι να βεβαιωθούμε για την παρουσία στη ζωή μας του Θεού Πατρός. Αν ο άνθρωπος δεν βεβαιωθεί για την πατρική αγάπη του Θεού, δεν μπορεί να αγωνίζεται. Αν ο άνθρωπος δεν έχει τη βεβαιότητα αυτή, δεν μπορεί να κάνει κάτι που να έχει αιώνια προοπτική στη ζωή του.
Έτσι ο άνθρωπος καταντά, χωρίς τη βεβαιότητα της πατρικής αγάπης του Θεού, να τηρεί τις εντολές Του και να ασκείται πνευματικά, με μόνο σκοπό την προσκύνηση του εαυτού του. Έτσι παλεύει ο άνθρωπος μεταξύ συντηρητισμού και φιλελευθερισμού, μεταξύ ηθικότητας και ανηθικότητας, και παιδεύεται. Αυτή η κατάσταση οδηγεί τον άνθρωπο στην κόλαση και στην αιχμαλωσία. Όλος ο αγώνας, λοιπόν, γίνεται για να βεβαιωθούμε για την πατρική αγάπη του Θεού. Ο αγώνας αυτός γίνεται για να βεβαιωθούμε ότι ο Θεός είναι Θεός αγάπης, συγχώρησης και συγγνώμης. Είναι Θεός όχι δεδικαιωμένων, όπως τον Φαρισαίο της περασμένης Κυριακής, αλλά Θεός μετανοούντων. «Η Κόλαση δεν είναι για τους αμαρτωλούς, αλλά για τους αμετανόητους», μας λέει ο Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Καρδαμάκης (Κεφάλαια Κατανυκτικά, σελίδα 134).
Το δεύτερο στοιχείο είναι η αίσθηση της απομάκρυνσης από τη σχέση μας με τον Θεό. Η αίσθηση της έκπτωσης από αυτή τη σχέση, που δεν έχει να κάνει με μία στενή έννοια παράβασης των εντολών του Θεού, αλλά έχει να κάνει με την απώλεια και την προσβολή αυτής της σχέσης. Αν ο άνθρωπος δεν έχει γευθεί τη σχέση αυτή με τον Θεό, δεν μπορεί να μιλάει περί ηθικότητας ή ανηθικότητας. Δεν έχει ακόμη καταλάβει την αξία των εντολών και των νόμων ως παιδαγωγών, που τον οδηγούν και του ασφαλίζουν αυτή τη σχέση. Η αληθινή μετάνοια δεν είναι μία κακομοιριά, μία αυτολύπηση ότι αποτύχαμε, αλλά η αίσθηση της απώλειας του Παραδείσου. Είναι η αίσθηση απώλειας της πατρικής αγάπης. Όταν αγαπάμε ένα πρόσωπο προσπαθούμε να μην το στενοχωρούμε, προκειμένου να μη χαθεί η σχέση μας μαζί του. Έτσι γίνεται και με τον Θεό και τις εντολές Του.
Αν ο άνθρωπος παραδεχθεί ότι ο θησαυρός του είναι αυτή η αίσθηση της πατρικής αγάπης του Θεού, τότε δεν καταπιέζεται για να τηρήσει τις εντολές και να διαφυλάξει την ακεραιότητα του προσώπου του μακριά από την αμαρτία. Αντίθετα ο ίδιος προσπαθεί να μην προσβάλει και να μην χάσει την Χάρη του Θεού, που πηγάζει μέσα από τη σχέση αυτή, Θεού και ανθρώπου. Η αίσθηση της Χάριτος της αγάπης του Θεού και η αίσθηση της στέρησης και της απώλειάς Του, εξαιτίας της απομάκρυνσής μας από Αυτόν, είναι τα δύο στοιχεία που μας οδηγούν στην οδό της σωτηρίας. Ο,τιδήποτε έξω από αυτήν την εμπειρία, είναι κόλαση, έστω και αν ο άνθρωπος φαινομενικά είναι αναμάρτητος. «Σωτηρία μας είναι ο Θεός μας. Δηλαδή η άρνηση της αυτοδικαιώσεως ή αυτοσωτηρίας μας», παρατηρεί ο Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Καρδαμάκης (Κεφάλαια Κατανυκτικά, σελίδα 10).
Αγαπητοί μου φίλοι, το μέτρο ηθικής, το μέτρο αρετής, το μέτρο αμαρτίας για τον Θεό δεν εξαντλείται σε μία σχολαστική τήρηση των εντολών, ούτε σε μία σχολαστική διερεύνηση του εαυτού μας ή των άλλων για το ποσοστό της αμαρτίας μας, αλλά επικεντρώνεται στο αν διαφυλάξαμε τη σχέση μας με τον Θεό και αν πιστέψαμε σε αυτή τη σχέση και στη χαρά που μας δίνει. Αν πιστέψουμε ότι όλη μας η ζωή είναι ο Θεός-Πατέρας, τότε πραγματικά θα ζούμε την ελευθερία των τέκνων του Θεού και θα οδηγηθούμε σε μία πορεία, που δεν είχαμε ποτέ μας υποπτευθεί ότι υπάρχει. Η αρετή και η αμαρτία είναι αιχμαλωσία, αν ο άνθρωπος δεν έχει αναζητήσει ή έχει αρνηθεί αυτή την εμπειρία και βεβαιότητα, ότι δηλαδή ο Θεός είναι σπλαχνικός Πατέρας. Εξάλλου έτσι χαρακτηρίζεται στην παράδοσή μας το σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα: «Παραβολή του ευσπλαχνικού Πατρός».
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.


Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

« ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ “ΠΟΛΥΕΔΡΟ” ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ, 23.02.2016 »


Χθες, στις 23 Φεβρουαρίου και ώρα 6.45 μ.μ., συναντηθήκαμε και πάλι τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Λογοτεχνίας, στο βιβλιοπωλείο «Πολύεδρο», στην Πάτρα. Συζητήσαμε για το βιβλίο του Michel Houellebecq «Υποταγή», από τις εκδόσεις «Εστία». Οι απόψεις των μελών της Λέσχης, που ακούσθηκαν ήσαν ενδιαφέρουσες. Το βιβλίο προβλημάτισε ακόμη και αρνητικά τα μέλη της Λέσχης και συζητήθηκε αρκετά.
Η επόμενη συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στις 22 Μαρτίου 2016, στον φιλόξενο χώρο του «Πολύεδρου», όπου θα συζητηθεί το βιβλίο του Ivan Turgenev «Πατέρες και γιοι», από τις εκδόσεις «Άγρα».
π. Βασίλειος.