Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

« ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ Ο ΙΑΤΡΟΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΙΜΑΙΑΣ »


Σήμερα εορτάζει ένας από τους μεγαλύτερους Αγίους του 20ου αιώνα! Ο Άγιος Λουκάς ο Ιατρός, Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας (1877-1961).
Ποιος ήταν όμως ο επιστήμων και θαυματουργός Άγιος Λουκάς;
Ο Άγιος Λουκάς (κοσμικό όνομα, Βαλεντίν Βόϊνο-Γιασενέτσκι) είναι άγιος της Ορθόδοξης Ουκρανικής Εκκλησίας και γεννήθηκε στις 14 Απριλίου του 1877 στο Κέρτς της Κριμαίας. Στο τέλος της δεκαετίας του 1880 η οικογένειά του μετακόμισε στο Κίεβο.
Το 1920 εξελέγη καθηγητής της ανατομίας και χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Σε όλη του τη ζωή ήταν από λίγο έως εξαιρετικά φτωχός, καθώς είτε ο μισθός του ήταν μικρός, είτε βρισκόταν στη φυλακή, είτε όταν του πρόσφεραν χρήματα για κάποια θεραπεία υποδείκνυε άλλα πρόσωπα και ζητούσε τα χρήματα να δοθούν απ’ ευθείας σε αυτά. Ο άγιος Λουκάς ως ιατρός δημοσίευσε σαράντα επιστημονικά έργα. Έκανε μεγάλες ανακαλύψεις σε αντίξοες συνθήκες. Εργαζόταν εντατικά στα εξωτερικά ιατρεία, περιόδευε στα χωριά και ανέλαβε και το χειρουργικό τμήμα. Το 1904, με το ξέσπασμα του Ρωσο – Ιαπωνικού πολέμου, βρέθηκε στην Άπω Ανατολή, όπου εργάστηκε ως χειρουργός με μεγάλη επιτυχία. Εκεί συναντήθηκε και με την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, τη μέλλουσα σύζυγό του, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά το τέλος του πολέμου εργάζεται σε διάφορα επαρχιακά νοσοκομεία. Οι επιτυχίες του είναι τόσες πολλές που η φήμη του εξαπλώνεται γρήγορα και ασθενείς καταφθάνουν από παντού.
Ο άγιος Λουκάς ήταν πάντοτε πιστός Χριστιανός. Δεν έχανε λειτουργία και παρακολουθούσε όρθιος όλες τις παννυχίδες και τους όρθρους, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις ημέρες των ορθοδόξων γιορτών. Στο χειρουργείο είχε πάντα την εικόνα της Παναγίας μπροστά στην οποία προσευχόταν για λίγα λεπτά πριν από κάθε επέμβαση.
Όμως στις αρχές του 1920 μία από τις επιτροπές ελέγχου του νοσοκομείου όπου εργαζόταν τότε, έδωσε εντολή να ξεκρεμάσουν την εικόνα της Παναγίας, με αποτέλεσμα ο άγιος Λουκάς να αρνείται να μπει στο χειρουργείο. Παράλληλα η σύζυγος ενός από τα στελέχη του κόμματος εισήχθη στο νοσοκομείο ως έκτακτο περιστατικό, και ζητούσε να χειρουργηθεί μόνο από τον Βόινο-Γιασενέτσκι, κι έτσι ο σύζυγός της του υποσχέθηκε ότι αν η εγχείρηση γινόταν, την επόμενη μέρα η εικόνα θα ήταν στη θέση της. Η εγχείρηση έγινε κι ήταν επιτυχής, και ο σύζυγος της άρρωστης κράτησε την υπόσχεσή του.
Το 1921 χειροτονήθηκε ιερέας και αργότερα (1923) Επίσκοπος Τασκένδης. Από τότε συνδύαζε ποιμαντικά και ιερατικά καθήκοντα. Παρέμεινε αρχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Τασκένδης, χειρουργούσε καθημερινά και παρέδιδε μαθήματα στην Ιατρική Σχολή, πάντα με το ράσο και το σταυρό του. Από το 1922 και μέχρι την τελευταία του πνοή γνώρισε συλλήψεις, βασανιστήρια, εξορίες και κακουχίες. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε συνολικά έντεκα χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα εξασκούσε την ιατρική βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη.
Οι λόγοι των διώξεών του ήταν, οι γενικοί διωγμοί κατά των Ορθοδόξων και η ιδιαίτερη άρνηση του επισκόπου Λουκά να υποστηρίξει τη «Ζωντανή Εκκλησία», ένα εκκλησιαστικό πραξικόπημα μέσω του οποίου το σοβιετικό καθεστώς προσπαθούσε να ελέγξει τους πιστούς. Οι ταλαιπωρίες αυτές ουσιαστικά κατέστρεψαν την υγεία του. Την Άνοιξη του 1952 επιδεινώνεται η όρασή του, ενώ στις αρχές του 1956 τυφλώνεται οριστικά από γλαύκωμα. Τα τελευταία εννέα έτη της ζωής του ήταν τυφλός.
Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου διηύθυνε το στρατιωτικό νοσοκομείο του Κρασνογιάρσκ, ενώ ήταν και επίσκοπος της πόλης αυτής. Από το 1946 μέχρι το 1961 που πέθανε, ήταν μητροπολίτης της Συμφερούπολης. Παράλληλα το 1947 του απαγορεύθηκε να μιλά στους φοιτητές, σταμάτησαν να τον καλούν στα ιατρικά συμβούλια και τον απέλυσαν από ιατρικό σύμβουλο, επειδή «γνώριζαν ότι δεν είχε καθαρό παρελθόν: φυλακές, εξορίες, κηρύγματα» κι επειδή αρνιόταν να πηγαίνει χωρίς το ράσο και το σταυρό του στην εργασία του και σε αυτές τις εκδηλώσεις. Καθώς όμως εκείνος ενδιαφερόταν για τον ανθρώπινο πόνο, έβγαλε ανακοίνωση ότι «δέχεται καθημερινά έκτος Κυριακών και εορτών, κάθε άνθρωπο που θέλει τη βοήθειά του» με αποτέλεσμα να καταφθάνουν στο διαμέρισμά του καθημερινά αμέτρητοι άνθρωποι απ’ όλη την Κριμαία.
Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς εμφάνισε πολλά πνευματικά χαρίσματα όσο ακόμα ζούσε. Ασθενείς ομολόγησαν ότι έκανε ορθή διάγνωση της ασθένειάς τους με το που τους έβλεπε, ότι είχε διορατικό χάρισμα, κι ότι τους θεράπευσε με την προσευχή του, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, που δεν έβλεπε πλέον για να χειρουργεί.
Ο αρχιεπίσκοπος είναι ήδη 84 ετών. Διαισθάνεται πως το τέλος του πλησιάζει. Τα Χριστούγεννα του 1960 λειτουργεί για τελευταία φορά και για τον καιρό που απομένει, περιορίζεται στο να κηρύττει. Τελικά την Κυριακή 11 Ιουνίου 1961, ημέρα που γιορτάζουν οι Άγιοι Πάντες της Αγίας Ρωσίας, κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος – γιατρός Λουκάς.
Οι αρχές απαγόρευσαν την εκφορά του νεκρού με τα πόδια από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, πράγμα που προκάλεσε τη λαϊκή αγανάκτηση ακόμα και των αλλοδόξων. Τελικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, η εκφορά έγινε στην κεντρική λεωφόρο της Συμφερούπολης και διήρκεσε τρεισήμισι ώρες. Τη νεκρική πομπή ακολούθησε πλήθος κόσμου, η κυκλοφορία σταμάτησε, ενώ τα μπαλκόνια, οι ταράτσες και τα δέντρα ακόμα, ήταν γεμάτα ανθρώπους. Παράλληλα φέρεται να σημειώθηκε ένα παράδοξο γεγονός, με ένα σμήνος περιστεριών που έκανε επί ώρες κύκλους πάνω από το λείψανο, μέχρις ότου η πομπή έφτασε στο νεκροταφείο.
Τον Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχτηκε άγιος με απόφαση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφού πρώτα ειδική επιτροπή ασχολήθηκε με τη ζωή, τα έργα και τα θαύματά του τα οποία καταγράφονταν και μετά τον θάνατό του. Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον αρχιεπίσκοπο Λάζαρο και μέλη της επιτροπής, μπροστά σε 40.000 περίπου παρευρισκόμενους. Τρείς μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου 1996, τα λείψανά του μεταφέρθηκαν στον Ι. Ναό Αγ. Τριάδος. Λέγεται ότι βρέθηκαν η καρδιά του και τμήματα του εγκεφάλου του αδιάφθορα, ενώ άρρητη ευωδία εξερχόταν από τα λείψανά του. Το ίδιο έτος αποφασίστηκε να διοργανώνεται κάθε χρόνο Ιατρικό Συνέδριο στην Συμφερούπολη σε συνεργασία της Ιεράς Μητροπόλεως με το Κρατικό Πανεπιστήμιο της Κριμαίας προς τιμήν του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Ιουνίου.

www.pronews.gr

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

« ΕΚΘΕΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΦΟΡΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΚΑΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΚΑΙ ΑΙΓΙΑΛΕΙΑΣ, 07.06.2017 »



Την Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017, πραγματοποιήθηκαν τα Εγκαίνια της Έκθεσης της Σχολής Βυζαντινής Αγιογραφίας και Ζωγραφικής της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, στο Αρχοντικό Παναγιωτόπουλου, στο Αίγιο. Η Έκθεση έχει ενδιαφέροντα έργα, όπως θα δείτε και παρακάτω. Η προσέλευση του κόσμου ήταν μεγάλη. Θα διαρκέσει μέχρι το Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017.
Στα Εγκαίνια ήταν παρών και ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ.κ. Αμβρόσιος, ο οποίος ευλόγησε την Έκθεση, έδωσε συγχαρητήρια σε όσους κοπίασαν προκειμένου να πραγματοποιηθεί και ευχήθηκε νε έχει καλή επιτυχία.
π. Βασίλειος.





















Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

« ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΑΓΗΣ Ο ΜΠΑΣΙΑΣ »


Ο άγιος Παναγής γεννήθηκε το 1801 στην Κεφαλληνία από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων. Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής [1], ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο. Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί την ασκητική βιοτή που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις.
Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, με το κήρυγμα και κυρίως με το παράδειγμα των ευαγγελικών αρετών του. Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί δεινοπαθούντες ή να φέρει πίσω στο ποίμνιο παραστρατημένες ψυχές. Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους βιοτικούς περισπασμούς και τις πιέσεις των κατακτητών, και εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου Γερασίμου (20 Οκτ.) και του αγίου Άνθιμου του Τυφλού (4 Σεπτ.), ο παπα-Μπασιάς δίδασκε και διέδιδε την χάρη του Θεού στον λαό, δίχως ωστόσο να εγκαταλείπει το ερημητήριό του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών.
Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Ως νέος άγιος Νικόλαος, γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του. Μία ήμερα, ένας φούρναρης αρνήθηκε να τού δώσει αυτό που ζητούσε και η ζύμη του έμενε λιπανάβατη.
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές. Σε εκείνους που επρόκειτο να πεθάνουν σύντομα με βίαιο τρόπο συνέστηνε να πάνε να εξομολογηθούν ή προειδοποιούσε με υπαινιγμούς όσους έμελλαν να διαπράξουν κάποιο σοβαρό αμάρτημα. Μία βροχερή νύχτα, συναντώντας στον δρόμο κάποιον που πήγαινε να αμαρτήσει, τού φώναξε: «Αμαρτία, αμαρτία, γύρισε σπίτι σου!» Μιαν άλλη φορά, μία μάνα που μόλις είχε χάσει τους δυο γιους της τον ένα πίσω άπό τον άλλο, έπεσε σε απόγνωση και εξεγέρθηκε κατά του Θεού. Ο άγιος ιερέας έτρεξε στο σπίτι της και καθώς εκείνη αρνιόταν να τού ανοίξει βρίζοντας τον, άνοιξε την πόρτα κάνοντας το σημείο του σταυρού. Όταν μπήκε στην σάλα, όπου βρίσκονταν τα πορτραίτα των δυο πεθαμένων, τα πρόσωπα ζωντάνεψαν και βγάζοντας πιστόλι αλληλοσκοτώθηκαν. Ο άγιος Παναγής αποκάλυψε τότε στην μητέρα τους ότι είχαν ερωτευθεί την ίδια γυναίκα και θα πέθαιναν με τον τρόπο αυτό αν δεν παρενέβαινε ο Θεός να αποτρέψει ένα μεγαλύτερο κακό. Μιαν άλλη φορά πάλι, μπήκε σε ένα σπίτι όπου έβραζε το τσουκάλι γιατί περίμεναν επισκέψεις και το αναποδογύρισε, επειδή είχε προηγουμένως προσέλθει ένας φτωχός και τον είχαν διώξει με άδεια χέρια.
Αυτά όμως τα άφθονα χαρίσματα του Θεού δεν δόθηκαν στον παπα-Μπασιά δίχως να τον ταλαιπωρεί «σκόλοψ τη σαρκί» (Β΄ Κορ. 12, 7). Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στην αμαρτωλότητά του. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και παραμυθίας των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας. Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού.
Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας -την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος»- ο άγιος Παναγής εκοιμήθη εν Κυρίω στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976 [2].
Σημειώσεις
1. Τα Επτάνησα βρίσκονταν τότε υπό αγγλική προστασία (ενώθηκαν με την Ελλάδα το 1864). Ο Βρετανός διοικητής είχε όλες τις εξουσίες, τις όποιες ασκούσε συχνά εις βάρος του λαού και των Ορθόδοξων παραδόσεών του.
2. Η τιμή του αγίου Παναγή Μπασιά είναι ένα τρανό παράδειγμα του παραδοσιακού τρόπου «αναγνωρίσεως» των αγίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία, της οποίας το μόνο αληθινό κριτήριο είναι η αυθόρμητη ευλάβεια του λαού του Θεού.

Κείμενο-Φωτογραφία: «Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος δέκατος – Ιούνιος, σ. 88-91)

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ »


Στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου φίλοι, μεταφερόμαστε στα Ιεροσόλυμα, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Σε ένα σπίτι, λοιπόν, είχαν μαζευθεί μαζί με  τους Αποστόλους πιστοί, όλοι με μια ψυχή και με μια καρδιά. Και ξαφνικά ήλθε βοή από τον ουρανό σαν βοή σφοδρού ανέμου. Η βοή αυτή γέμισε όλο το σπίτι, όπου βρίσκονταν οι Απόστολοι και οι άλλοι μαθητές του Χριστού. Όλα έγιναν ξαφνικά, όπως ξεσπά ξαφνικός και βίαιος άνεμος. Ήταν ένας ήχος από τον ουρανό σαν φωνή βροντής. Κατέβηκε το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Γιατί όμως η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος συνοδεύθηκε με το υπερφυσικό αυτό φαινόμενο του βιαίου και ορμητικού ανέμου; Διότι, όπως μας εξηγούν οι ιεροί ερμηνευτές, η οδός του Αγίου Πνεύματος μοιάζει με την οδό του ανέμου που ακούμε την πνοή του αλλά δεν ξέρουμε από πού έρχεται και πηγαίνει.
Δεν ήταν βέβαια ο άνεμος αυτός κάποιο φυσικό φαινόμενο. Ήταν ένα υπερφυσικό γεγονός! Η πνοή του ανέμου ήταν σύμβολο της έκχυσης του Αγίου Πνεύματος στους συναγμένους μαθητές. Ήταν το σύμβολο της μυστηριώδους ενεργείας του Αγίου Πνεύματος. Η πνοή αυτή ήθελε να δείξει ότι μία άλλη πνοή πνευματική εκείνη την ώρα κατερχόταν στις ψυχές των πρώτων πιστών. Και η πνοή αυτή τους γέμισε ολοκληρωτικά, και ψυχικά και σωματικά. Τους πλημμύρισε με θείες δωρεές. Εκείνη τη συγκλονιστική ώρα, όλο το σπίτι όπου βρίσκονταν οι μαθητές έγινε με την πνοή του Αγίου Πνεύματος μια αόρατη πνευματική κολυμβήθρα, που τους μετέδωσε υπερφυσικά χαρίσματα και ευλογίες. Όλοι πλημμύρισαν με Πνεύμα Άγιο. Έγιναν πλέον άλλοι άνθρωποι, μεταμορφώθηκαν. Έφυγαν οι φόβοι τους και οι δισταγμοί τους. Άρχισαν να κάνουν θαύματα. Πήγαν με τη βοήθεια του Θεού στα πέρατα της οικουμένης, προκειμένου να κηρύξουν το μήνυμα της Ανάστασης του Χριστού.
Ταυτόχρονα η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος συνοδεύθηκε και με ένα δεύτερο σημείο. Είδαν όλοι με τα μάτια τους να διαμοιράζονται πάνω τους γλώσσες παρόμοιες με τις γλώσσες της φωτιάς. Και άρχισαν να μιλούν ξένες γλώσσες! Το Άγιο Πνεύμα τους ενέπνεε να λένε ουράνιες και θεόπνευστες διδασκαλίες! «Και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών, και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου, και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (ΠΡΑΞ. 2, 3-4). Εκείνες τις ημέρες είχαν πάει στα Ιεροσόλυμα άνθρωποι θεοσεβείς από όλα τα έθνη. Αυτοί, λοιπόν, οι άνθρωποι άκουγαν τους μαθητές να μιλάνε στη δική τους γλώσσα. Και έλεγαν μεταξύ τους, πως είναι δυνατόν να ακούνε τη διδασκαλία του Χριστού στη δική τους γλώσσα, ενώ οι μαθητές που δίδασκαν ήσαν Γαλιλαίοι;
Το δεύτερο λοιπόν σημείο που συνόδευσε την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος ήταν πρωτόγνωρο και πολύ εντυπωσιακό. Γλώσσες που έμοιαζαν με φλόγες πυρός προήλθαν από μία πηγή πυρός και μοιράσθηκαν και κάθησαν πάνω στα κεφάλια των πιστών που ήταν συγκεντρωμένοι στο ίδο μέρος. Τι ακριβώς σήμαινε το δεύτερο αυτό σημείο; Το πυρ ήταν σύμβολο της παρουσίας του Θεού και της άπειρης δύναμής Του. Οι πύρινες γλώσσες δεν ήταν γλώσσες φωτιάς, αλλά έτσι έμοιαζαν. Είχαν την μορφή των γλωσσών, διότι δια του Αγίου Πνεύματος ο Ίδιος ο Χριστός θα μιλούσε πλέον στον κόσμο. Αυτός έστειλε στους μαθητές Του το Άγιο Πνεύμα για να τους μεταδώσει όχι μόνο τη γνώση αλλά και τη δύναμη της σωτηρίας. Χωρίς τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος οι μαθητές του Χριστού θα παρέμεναν απλοί, χωρίς να γνωρίζουν τίποτα πνευματικό.
Οι πύρινες γλώσσες όμως δήλωναν και κάτι άλλο. Όπως το πυρ έχει φωτιστική και καυστική δύναμη, έτσι και ο λόγος των Αποστόλων θα φώτιζε τους πιστούς και θα τους καθάριζε από κάθε τι το αμαρτωλό. Διότι το Άγιο Πνεύμα σαν φωτιά μαλακώνει τις σκληρές καρδιές, τις αναμορφώνει και ανάβει στο εσωτερικό των ανθρώπων μια αόρατη πνευματική φωτιά αγάπης και αφοσίωσης προς τον Θεό. Μεταβάλλει τις ανθρώπινες καρδιές σε θυσιαστήριο όπου προσφέρονται πνευματικές θυσίες. Και αυτό το καταλαβαίνουμε αν βρεθούμε κοντά σε άνθρωπο που είναι κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος. Κοντά του αναπαυόμαστε, δεν ταραζόμαστε, μας μεταδίδει αγιότητα, ηρεμία, αγνότητα και ειρήνη. Αντίθετα όταν βρισκόμαστε κοντά σε ανθρώπους που δεν αγωνίζονται και δεν βιώνουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος με τον πνευματικό αγώνα, ταραζόμαστε, δεν ωφελούμαστε, μάλιστα δε κάποιες φορές παρασυρόμαστε κιόλας.
Αγαπητοί μου φίλοι, κάποια ιερή ημέρα κι εμείς βαπτισθήκαμε και μυρωθήκαμε. Λάβαμε με το άγιο Χρίσμα τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος και πλημμυρίσαμε με τις ανεξιχνίαστες δωρεές Του. Αποκτήσαμε όλα τα απαραίτητα εφόδια για να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι. Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, ας κάνουμε μία αυτοεξέταση. Πόσο αξιοποιήσαμε τις θείες και ουράνιες δωρεές του Αγίου Πνεύματος;  Πόσο απαρνηθήκαμε την ματαιότητα του κόσμου; Πόσο αφήσαμε μέσα μας το Άγιο Πνεύμα να μεταμορφώσει τη ζωή μας; Και επειδή οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα είναι απογοητευτικές, ας κάνουμε μία νέα αρχή. Και ας παρακαλούμε καθημερινά το Άγιο Πνεύμα να μας βοηθά στην πνευματική μας μεταμόρφωση. Ας το ζητάμε αυτό με πόθο στην προσευχή μας από τον Θεό: «Το Πνεύμα το Άγιον μη αντανέλης αφ’ ημών».
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.