Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

« ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΩΣΕΩΣ »


Τι να το κάνω το δόγμα ξεκομμένο από την εμπειρία της θεώσεως; Να το βάλω πάνω στο ντουλάπι μου και να το προσκυνάω; Ή να το έχω για να κάνω ηθικολογία; Η ορθόδοξη διδασκαλία, αποκομμένη από την εμπειρία της Μεταμορφώσεως και της Πεντηκοστής, είναι μια σκέτη βλακεία. Δεν πείθει κανένα. Μόνο με στρατιωτικές δυνάμεις μπορεί να σταθή. Και ο πρώτος που δεν θα επειθόμην, θα ήμουν εγώ. Διότι, αν η Ορθοδοξία ήταν ξεκομμένη από την εμπειρία της αληθείας, τότε πρώτος εγώ θα γινόμουν άθεος!

π. Ιωάννης Ρωμανίδης
«Πατερική Θεολογία»
Εκδόσεις «Παρακαταθήκη», 2004, σελίδα 244.

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

« ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΣΩΤΗΡΧΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ “ΠΟΛΥΕΔΡΟ”, ΑΠΟ 27.11–17.12.2014 »

Από τις 27 Νοεμβρίου έως τις 17 Δεκεμβρίου 2014 πραγματοποιήθηκε, η 3η ατομική έκθεση ζωγραφικής του Βασίλη Σωτηρχόπουλου στο βιβλιοπωλείο «Πολύεδρο», στην Πάτρα. Εκτέθηκαν περισσότερα από σαράντα έργα, λάδια και ακουαρέλες. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων που παρουσιάσθηκαν είναι δουλειά των τελευταίων τριών χρόνων, πορτρέτα, φιγούρες, τοπία και πολλές όψεις της Πάτρας.
Ο Βασίλης Σωτηρχόπουλος γεννήθηκε στην Αντίς-Αμπέμπα της Αιθιοπίας, όπου οι γονείς του δάσκαλοι στο κοινοτικό σχολείο της παροικίας, ίδρυσαν εκεί μετά ιδιωτικό σχολείο. Από το 1936 είναι πια Πατρινός. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1960 ως εκπαιδευτικός-φιλόλογος συμμετείχε στα Εκπαιδευτήρια Σωτηρχόπουλου και από το 1968 διευθύνει τα ομώνυμα εκπαιδευτήρια.
Τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής τα πήρε από τους Πρέσσα και Ψαρρό, που ήταν καθηγητές καλλιτεχνικών στο σχολείο. Στην διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα διδάχθηκε σχέδιο στο εργαστήριο του Σαραφιανού (1954). Αργότερα συνέχισε στο εργαστήριο του Θόδωρου Δρόσου, σχέδιο και χρώμα.
Παράλληλα με τις καθημερινές του υποχρεώσεις συνέχισε την ενασχόλησή του με την ζωγραφική. Στην Πάτρα, η συχνή φιλική του παρέα με τους Σπύρο Σώκαρη και Γιώργο Οικονόμου, όσο ζούσαν, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια συντροφιά με τη ζωγραφική.
π. Βασίλειος





Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

« ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΦΟΒΑΣΑΙ ΝΑ ΕΚΤΕΘΕΙΣ »

 Φωτογραφία στον σταθμό αναχώρησης στην Αμερική από τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο


Χωρίς την λαχτάρα του έρωτα, και 
την ήρεμη δύναμη της αγάπης... μόνο φλυαρείς...
  
Να θυμάστε φίλοι μου, σημασία δεν έχει να αγαπάς και να αγαπιέσαι από κάποιους. Αληθινή αγάπη είναι όταν δεν φοβάσαι να εκτεθείς απέναντι στους δικούς σου: να φανείς άθλιος, κακός, μικρός, πονεμένος, απελπισμένος, να ζητήσεις βοήθεια και να μην σε κρίνουν, ούτε να σε σιχαθούν. Να σε ανεχτούν και να στην δώσουν χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν είναι αγάπη. Είναι μια συμβατική σχέση αλληλοεξυπηρέτησης.
Μακάρι να αξιωθούμε την δύναμη της συγχώρησης του αγίου Διονυσίου, την εγκράτεια και τον φωτισμό του προφήτη Δανιήλ, την δύναμη της πίστης και το θάρρος των τριών παίδων. Χρόνια πολλά σε όσους εορτάζουν! Προαυγάζουν ημίν Χριστού τα Γενέθλια. (π. Παντελεήμων Κρούσκος).
Η λατρεία του εαυτού μου!...
Η πιο γνωστή φράση του Μεγάλου Κανόνα (του κορυφαίου ποιητικού έργου του αγίου Ανδρέα Κρήτης, που ψάλλεται το βράδυ της Τετάρτης την 5η εβδομάδα της Μεγ. Σαρακοστής) είναι: «αυτείδωλον εγενόμην» (=έκανα τον εαυτό μου είδωλο και τον λατρεύω).
Αυτείδωλον εγενόμην, τοις πάθεσι την ψυχήν μου βλάπτων, Οικτίρμον·
αλλ' εν μετανοία με παράλαβε, και εν επιγνώσει ανακάλεσαι·
μη γένωμαι κτήμα, μη βρώμα του αλλοτρίου·
Σωτὴρ αυτὸς με οίκτειρον.
Αγίου Ανδρέου Κρήτης, Μέγας Κανών, δ' ωδή, τροπάριο 26ο
Σε νέα ελληνικά:
Έγινα είδωλο για τον εαυτό μου, βλάπτοντας την ψυχή μου με τα πάθη, Ελεήμον (Κύριε). Όμως, παράλαβέ με μετανοημένο και κάλεσέ με πίσω συνειδητοποιημένο, για να μη γίνω ιδιοκτησία και τροφή του ξένου (=του απέναντι, του διαβόλου). Εσύ, Σωτήρα, λυπήσου με.

Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου/Αέναη επΑνάσταση

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

« ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ “ΠΟΛΥΕΔΡΟ” ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΑ, 16.12.2014 »


Χθες, 16 Δεκεμβρίου 2014 και ώρα 6.45 μ.μ., συναντηθήκαμε και πάλι τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης Λογοτεχνίας, στο βιβλιοπωλείο «Πολύεδρο», στην Πάτρα. Συζητήσαμε για το βιβλίο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Το ελάχιστο ίχνος», το οποίο έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό», το έτος 2013.
Το βιβλίο αυτό διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα. Σε κρατάει σε αγωνία. Στην αρχή περίπου του μυθιστορήματος, οι σπουδαστές της Δραματικής Σχολής, διάβασαν ένα σύντομο απόσπασμα από την Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Αυτό το περιστατικό ίσως δείχνει και τη συμπάθεια του συγγραφέα προς τον Παπαδιαμάντη.
Η γλώσσα του είναι συνδυασμός λόγιας γλώσσας, που παραπέμπει στην παλιά λογοτεχνία της Νεώτερης Ελλάδας και μιας γλώσσας σημερινής. Ο συγγραφέας δένει αριστοτεχνικά τα γεγονότα και τους ήρωες μεταξύ τους. Ο κάθε ήρωας έχει το δικό του «ίχνος» στην ιστορία.
Ο συγγραφέας οργανώνοντας το βιβλίο του γύρω από θεματικές ενότητες (Τέχνες και καλλιτέχνες-Οικογένειες-Έρωτες και ηδονές-Φιλίες και έχθρες) αγγίζει όλες τις πτυχές της ζωής ενός ανθρώπου που δίνει ένα δυνατό μήνυμα για σεβασμό στο αλλόκοτο και διαφορετικό.
Οι απόψεις των μελών της Λέσχης, που ακούσθηκαν ήσαν ενδιαφέρουσες και για μια ακόμη φορά το επίπεδο ήταν υψηλό. Το βιβλίο σε γενικές γραμμές, άρεσε.
Η επόμενη συνάντηση θα είναι στις 27 Ιανουαρίου 2015, στον φιλόξενο χώρο του «Πολύεδρου», όπου θα συζητηθεί το βιβλίο της Harper Lee «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια», από τις εκδόσεις BELL.
π. Βασίλειος.

« ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΙΧΝΟΣ »


Το ελάχιστο ίχνος του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη είναι ένα βιβλίο για ασήμαντους ανθρώπους που ζουν σημαντικά γεγονότα. Σημαντικά για τις προσωπικές τους μικροϊστορίες. Δολοπλοκίες, απίθανες περιπέτειες, τραγικές συμπτώσεις, ένοχα μυστικά και αποκαλύψεις, στοιβάζονται στις ζωές ανθρώπων που δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν. Κι όμως, τα βγάζουν πέρα καταφέρνοντας να αφήσουν αυτό το ελάχιστο ίχνος της παρουσίας τους στη μνήμη και την καρδιά των άλλων.
Ο Αυγουστίνος, νόθο παιδί, καρπός της ένωσης μιας παραμάνας και του πλούσιου εφήβου γιου, τον οποίο αυτή μεγάλωσε, απάγεται υπό μυστήριες συνθήκες και «ανταλλάσσεται» με το ασθενικό βρέφος ενός ζευγαριού από την επαρχία. Εκεί στην επαρχία η Φανή, με την κλονισμένη υγεία, και ο Ανδρέας, με τον υπέρμετρο θρησκευτικό ζήλο, θα μεγαλώσουν τον Αυγουστίνο σαν δικό τους παιδί, χωρίς να καταφέρουν ποτέ να τον αγαπήσουν. Οι τύψεις και οι ενοχές της εγκατάλειψης του πραγματικού τους γιου θα τους στοιχειώνουν μέχρι το τέλος. Με τα χρόνια, ο Αυγουστίνος θα σπουδάσει ηθοποιός και θα προαχθεί σύντομα σε θιασάρχη, με τη βοήθεια του πραγματικού του πατέρα, βάσει μιας οικονομικής συμφωνίας–ως αντάλλαγμα και εξιλέωση για όσα συνέβησαν. Στην πορεία θα αναμετρηθεί με τον ταλαντούχο συμφοιτητή του Σέργιο Λυκίδη, θα ερωτευτεί τη Βιολέτα και θα γνωρίσει τον «αδερφό» του, τον πραγματικό γιο δηλαδή των ανθρώπων που τον μεγάλωσαν.
Επαρχιώτης στην Αθήνα
Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Αυγουστίνος Ψυχός, μεγαλωμένος σε ορεινό χωριό της Ηπείρου χωρίς ιδιαίτερη αγάπη και φροντίδα, καταφτάνει στην Αθήνα και, αποτυγχάνοντας να σπουδάσει, εργάζεται με τον πατέρα του στο μικρό τυπογραφείο τους. Εγκλωβισμένος στις ημιυπόγειες εγκαταστάσεις και στις ακυρωμένες καλλιτεχνικές του φιλοδοξίες, αποφασίζει στα τριάντα του, χωρίς τη συγκατάθεση του θρησκόληπτου πατέρα του, να σπουδάσει ηθοποιός. Με τα χρόνια μπορεί μεν να συνειδητοποίησε την παντελή απουσία ταλέντου του, ήταν όμως τόσο φιλόδοξος και αποφασισμένος να μείνει στον καλλιτεχνικό χώρο ώστε αρχικά μεταπήδησε στη σκηνοθεσία γινόμενος ταυτόχρονα και θιασάρχης. Η προσωπική του ιστορία, τόσο με την ανεξήγητη έλξη που του ασκούσε η Βιολέτα, μια νεαρή κοπέλα με δύσμορφο πρόσωπο που την εντόπισε να ζητιανεύει σ’ ένα λεωφορείο, όσο και με την αναζήτηση της πραγματικής του μητέρας, απορροφούσαν χρόνο από τις θεατρικές του αναζητήσεις. Όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν να εξελιχθεί σ' ένα μεγαλομανή, υπερφίαλο θεατρικό “παράγοντα”, το τέλος του οποίου έμελλε να είναι εξίσου δραματικό με την υπόλοιπη ζωή του, αφήνοντας παρόλα αυτά ένα ελάχιστο ίχνος στις ζωές ανθρώπων με τους οποίους συσχετίστηκε.
Στη μετωπίδα του βιβλίου υπάρχει η φράση: «Όλα τα γεγονότα είναι φανταστικά. Το ίδιο και οι ήρωες, εκτός από έναν». Αυτός ο ένας «συμπαθής αλλά επιφανειακός» κλείνει το μάτι στον αναγνώστη σαν να του λέει: Παρακάτω η ιστορία γίνεται πιο σουρεαλιστική. Συνέχισε... 
Λόγος ευέλικτος και λαμπερός
Ο Χατζηγιαννίδης αντλεί το υλικό του από τις καθημερινές ιστορίες απλών ανθρώπων της δεκαετίας του ’50, φιγούρες της επαρχίας και της αστικής Αθήνας και φτάνει μέχρι την επιτήδευση και την ψευτοκουλτούρα των θεατρικών σχολών και των αποφοίτων της στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Άνθρωποι κατά βάση λαϊκοί, με πάθη φτηνά και πράξεις κινούμενες από δόλο παντρεύονται σ’ αυτή την ιστορία με την αγωνία του ηθοποιού για την προσέγγιση του ρόλου, την αναζήτηση της (έσω) ομορφιάς, της αναγνώρισης και της επαγγελματικής καταξίωσης. Με τα συνεχή φλας μπακ πηγαινοερχόμαστε από το 1986 και την αρχή της ιστορίας, πίσω στη δεκαετία του ’40 και του ’50, και στο παρελθόν των ηρώων, για να φτάσουμε στη δεκαετία του ’90 και τη σύγκλιση των ζωών τους στο αφηγηματικό παρόν.
Όλα αυτά τα υπηρετεί ένας λόγος εντυπωσιακά ευέλικτος, λαμπερός και ξεκάθαρος. Αστείος αλλά και πολλές φορές τραγικός. Ο Χατζηγιαννίδης έδωσε φωνή στους ήρωές του με απόλυτη ακρίβεια, εκμεταλλευόμενος μια μεγάλη εκφραστική βεντάλια. Η γλωσσική του παλέτα εκτείνεται από την λαϊκή ντοπιολαλιά (καθόλου φολκλόρ, καθόλου κουραστική) μέχρι τις λεπταίσθητες αποχρώσεις της θεατρικής έκφρασης. Σκηνές ανθολογίας αποτελούν τόσο οι συναντήσεις του Ανδρέα Ψυχού με την Ζανού, την πόρνη του χωριού όπου μένει μετά το θάνατο της γυναίκας του, όσο και η τελική σκηνή στο νεκροταφείο, όπου συγκεντρώνονται όλοι οι ήρωες του βιβλίου. Χαρακτήρες εμποτισμένοι με πικρό χιούμορ, γκροτέσκ καταστάσεις, υπερβολικές συμπτώσεις, είναι ορισμένα από τα δομικά στοιχεία των σκηνών αυτών.
Ο Χατζηγιαννίδης, με μαεστρία που δεν κραυγάζει, αφηγήθηκε μια ιστορία, με το υλικό της οποίας δύσκολα θα επέλεγε να καταπιαστεί ένας σοβαροφανής συγγραφέας. Το αποτέλεσμα είναι ένα απολαυστικό, λαϊκό μυθιστόρημα, που διαβάζεται απνευστί.

Κώστας Αγοραστός
www.bookpress.gr