Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ »


Ο Κύριος, αγαπητοί μου φίλοι, θεράπευε κάθε ασθένεια του λαού. Ο Χριστός, ο Οποίος είναι η Αγάπη, ευεργετεί όλους τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις. Αρκεί να θέλει ο άνθρωπος και να πιστεύει. Ο Χριστός δεν επηρεάζεται από τους εξωτερικούς τύπους ή από την θρησκευτική μορφή των ανθρώπων, γι’ αυτό και ως πατέρας ευεργετεί όλους και θεραπεύει κάθε αδυναμία και κάθε ασθένεια του λαού. Αυτό το βλέπουμε και στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, που θεράπευσε τους δύο τυφλούς που ζήτησαν το έλεός Του, αλλά και τον δαιμονιζόμενο. Οι τυφλοί, έχοντας επίγνωση της κατάστασής τους, πλησιάζοντας προς τον Κύριο, Του ζήτησαν να τους ελεήσει. Οι λέξεις «ελέησόν με» και «έλεος» έχουν μεγάλη ισχύ. Ο λόγος έχει δύναμη. Τα λόγια δεν είναι νεκρά, αλλά περιέχουν ένα πνεύμα. Είναι ζωντανά και μιλάνε στην ψυχή του κάθε ανθρώπου.
Οι λέξεις λοιπόν «ελέησόν με» και «έλεος» έχουν τρομερή δύναμη. Για ποιον όμως λόγο; Όταν ζητάμε το έλεος από τον Κύριο, εκφράζουμε τη δική μας αδυναμία αλλά και την πεποίθησή μας στη δύναμη του Κυρίου. Με την πράξη μας αυτή παραδεχόμαστε την δική μας αποτυχία αλλά και την επιτυχία του Κυρίου, παραδεχόμαστε την δική μας αδυναμία αλλά και την δύναμη του Κυρίου, παραδεχόμαστε την ασθένειά μας αλλά και την υγεία του Κυρίου. Ζητάμε το έλεός Του. Αυτή λοιπόν η προσευχητική στάση πρέπει να είναι η στάση μας ενώπιον του Κυρίου μας. Τέτοιες σκέψεις διαμορφώνουν και ανάλογο ήθος στη ζωή μας. Δηλαδή η προσευχή δεν είναι μόνο μία κατάσταση μέσα από την οποία προσεγγίζουμε τον Θεό και δηλώνουμε την διάθεσή μας απέναντί Του, αλλά είναι μία καθημερινή αγωγή στη ζωή μας, μία σύμφυτη με την αναπνοή πράξη.
Όποιος αισθάνεται αδύναμος, ανήμπορος, αποτυχημένος, όποιος ζητά μέσα από την καρδιά του την βοήθεια και το έλεος του Θεού, μπορεί να είναι σκληρός προς τον συνάνθρωπό του; Η προσευχή μας μαλακώνει, μας κάνει λεπτούς ανθρώπους, μας κάνει επιεικείς και ευαίσθητους. Λέει ο Άγιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος: «41. Όπως η βροχή όσο περισσότερο πέφτει πάνω στη γη, τόσο την μαλακώνει, έτσι και τη γη της καρδιάς μας χαροποιεί και ευφραίνει το άγιο όνομα του Χριστού, όσο περισσότερο το φωνάζομε και όσο συχνότερα το επικαλούμαστε» (Φιλοκαλία-Τόμος Α΄, σελίδα 187). Με αυτή την έννοια, λοιπόν, διαμορφώνεται και η ανάλογη στάση για τους συνανθρώπους μας. Ο άνθρωπος γίνεται μαλακός, λεπτός και ευαίσθητος. Μέσα από την προσευχή μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τους συνανθρώπους μας. Μέσα από την προσευχή μπορούμε να αποκτήσουμε την διάθεση για να βοηθήσουμε τους αδελφούς μας.
Η σκληροκαρδία εισήλθε στη ζωή μας εξαιτίας του ότι δεν προσευχόμαστε. Ο άνθρωπος που δεν προσεύχεται είναι ένας νεκρός άνθρωπος. Είναι μία βιολογική ύπαρξη που περιφέρεται ασκόπως από εδώ και από εκεί και απλώς γκρινιάζει ή ψάχνει μία δικαίωση μέσα του, την οποία όμως δεν την βρίσκει. Η πραγματική δικαίωση βρίσκεται στο έλεος του Θεού, είναι η παρουσία του Θεού, είναι η αίσθηση του Θεού στη ζωή μας. Όταν απουσιάζει ο Θεός από τη ζωή μας, νιώθουμε μίζεροι, δεν νιώθουμε δικαιωμένοι, αλλά ψάχνουμε μία δικαίωση κατατρώγοντας τις σάρκες μας ή τις σάρκες των αδελφών μας ή παραπονούμενοι ενώπιον του Θεού. Αυτό, λοιπόν, που μας θεραπεύει, αυτό που είναι η μετάνοιά μας, αυτό που είναι η εξισσορόπησή μας, είναι η κατάσταση της προσευχής. Είναι αυτή η κραυγή των τυφλών: «Ελέησον ημάς, υιέ Δαυΐδ» (ΜΑΤΘ. 9, 27).
Η προσευχή μας οδηγεί σε μία ανώτερη πνευματική κατάσταση. Αυτή η πνευματική κατάσταση, όταν υπάρχει, μας οδηγεί στην ελπίδα, την οποία μεταδίδουμε και στους άλλους. Αν βρεθούμε σε αυτήν την κατάσταση, τότε θα δούμε ακόμη και τον αμαρτωλό άνθρωπο με άλλο βλέμμα και θα μεταδώσουμε και σε αυτόν την ελπίδα του Χριστού. Αν συλλάβουμε τον εαυτό μας να γκρινιάζει, να παραπονιέται, να κατηγορεί, τότε είναι σε κατάσταση πτώσης. Για να σηκωθούμε από αυτήν την πτώση, οφείλουμε να πάρουμε τη θέση που μας ταιριάζει, αυτή που είναι στα πόδια του Κυρίου μας, και να ζητήσουμε πεσμένοι ενώπιόν Του το έλεός Του. Να καταλάβουμε ότι δεν σωζόμαστε γιατί αξίζουμε, αλλά γιατί έχουμε τον παντοδύναμο Θεό που  μας αγαπά. Με αυτήν την αγάπη φωτίζεται η καρδιά μας. Με αυτήν την αγάπη μεταμορφωνόμαστε και γινόμαστε επιεικείς προς τους συνανθρώπους μας.
Αγαπητοί μου φίλοι, ο διάβολος δεν θέλει να προσευχόμαστε, δεν θέλει να ζητάμε το έλεος του Θεού. Ο ίδιος ο διάβολος είναι υπερήφανος και δεν ζητά το έλεος του Θεού. Αυτό τεκμηριώνεται από τα παρακάτω λόγια του Αγίου Νείλου του Ασκητή: «106. Μάθαμε ότι σε κάποιον άγιο, ενώ προσευχόταν, έφερε τόση αντίσταση ο πονηρός, ώστε μόλις άπλωνε τα χέρια του για να προσευχηθεί, ο διάβολος μετασχηματιζόταν σε λιοντάρι και σήκωνε τα μπροστινά πόδια του και έμπηγε τα νύχια του στη σάρκα του αγωνιστή, στο μέρος των νεφρών. Και δεν έφευγε ο διάβολος πριν κατεβάσει ο ασκητής τα χέρια του. Αλλά ο αγωνιστής ποτέ δεν χαλάρωσε τα χέρια του, μέχρις ότου τελειώσει τις συνηθισμένες ευχές» (Φιλοκαλία-Τόμος Α΄, σελίδα 230). Αν θέλουμε να αποκτάμε το Φως του Χριστού και την παρηγοριά Του και αν θέλουμε να διώχνουμε τις δαιμονικές ενέργειες από τη ζωή μας, οφείλουμε να προστρέχουμε στην προσευχή και να ζητάμε το έλεος του Κυρίου μας.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου