Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ »


Ο Κύριός μας, στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου φίλοι, θεραπεύει μία συγκύπτουσα γυναίκα. Η γυναίκα αυτή ήταν άρρωστη από δαιμονικό πνεύμα δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Ήταν κυρτωμένη και δεν μπορούσε καθόλου να ισιώσει το σώμα της. Η θεραπεία έγινε την ημέρα του Σαββάτου, γεγονός που δεν το επέτρεπε ο Ιουδαϊκός Νόμος. Θεράπευσε Σάββατο ο Χριστός, για να προκαλέσει. Ο Κύριός μας το έκανε για να αποκαλύψει μία άλλη αλήθεια όσον αφορά στην τοποθέτηση των ανθρώπων. Ήθελε να δείξει, πως ανώτερος του Νόμου είναι ο άνθρωπος. Ήθελε να δείξει, πως ανώτερη των νομικών ή των θρησκευτικών διατάξεων είναι η σωτηρία και η ίαση του ανθρώπου. Ο Νόμος, οι νομικές διατάξεις και όλα αυτά έγιναν για να βοηθήσουν τη θεραπεία του ανθρώπου, δηλαδή την αποκατάσταση της σχέσης του με τον Θεό.
Ο Κύριός μας έρχεται για να υπερβεί τη σκιά του Νόμου και να μας αποκαλύψει τη ζωή της Χάριτος. Η αμαρτία αποκτά δύναμη μέσα μας, όταν εμείς έχουμε απομακρύνει την Χάρη του Θεού με τις πράξεις μας. στην κατάσταση αυτή της ακηδίας, της εσωτερικής ανίας, γεννάται το περιβάλλον της αμαρτίας. Αυτό που βοηθά στην ίασή μας και στην πνευματική εξισορρόπησή μας είναι να ενισχυθεί η Χάρη του Θεού μέσα μας. Η δυνατότητα να ενεργοποιηθεί η Χάρη του Θεού μέσα μας ακυρώνεται από εμάς τους ίδιους. Με ποιο τρόπο;  Όταν πιστεύουμε στον εαυτό μας ή στον ανθρώπινο νόμο, στην ανθρώπινη δύναμη και δυνατότητα, θεωρώντας ότι θα βρούμε σε αυτά χαρά και ζωή. Και φυσικά απογοητευόμαστε γιατί η αληθινή ζωή βρίσκεται μόνο κοντά στον Χριστό. Χωρίς την Χάρη του Θεού δεν μπορούμε να καταφέρουμε τίποτα.
Οι θλίψεις, οι δοκιμασίες και οι πειρασμοί είναι ευλογία, στο βαθμό που μπορούν να μας βοηθήσουν να υπερβούμε τη δύναμη του ανθρωπίνου νόμου. Ανθρώπινος νόμος δεν είναι μόνο ο θρησκευτικός νόμος. Είναι ακόμη και ο προσωπικός νόμος, εκείνος της κενοδοξίας, που έρχεται να γεννήσει την υποκρισία της αρετής και της ηθικότητας. Στο βαθμό, λοιπόν, που είναι ισχυρός ο νόμος του εαυτού μας μέσα μας, δεν ενεργεί ο Θεός. Οπότε έρχεται ο πειρασμός, για να αδυνατίσει αυτή την προσωπική μας δύναμη, για να μπορέσει να υπάρξει χώρος για την Χάρη του Θεού. Ακόμη και η ίδια η αμαρτία είναι ένα βοηθητικό μέσο για τον άνθρωπο, για να μην πιστεύει στον εαυτό του, αλλά να στραφεί στην Χάρη του Θεού. Την αμαρτία μπορούμε να την υπερβούμε με την μεταμόρφωση του εφάμαρτου θελήματός μας σε δυνατότητα ζωής και χαράς.
Στο βαθμό που η θρησκευτικότητά μας εξαντλείται μόνο στις νομικές διατάξεις και στην υπακοή ενός θρησκευτικού νόμου και δεν γίνεται δυνατότητα φανέρωσης της ζωής του Χριστού μέσα μας, δεν μας βοηθά, αλλά μας εμποδίζει να στραφούμε στον Θεό. Έτσι λειτουργεί μέσα μας η κενοδοξία, η κενή δόξα. Ποια είναι η κενή δόξα; Είναι η δόξα του ονόματός μας και όχι η δόξα του ονόματος του Χριστού. Οπότε ο Θεός οικονομεί τα πράγματα με κάποιον τρόπο, έτσι ώστε να μειώνεται αυτή η δύναμη του εαυτού μας, για να υπάρχει ο χώρος να αποκαλυφθεί η δόξα του Θεού. Τα μέτρα του Θεού είναι διαφορετικά από τα μέτρα ηθικής που έχουν οι άνθρωποι κάθε εποχής. Είναι ένα προσωπικό μυστήριο η σωτηρία του ανθρώπου και η διαδρομή του με τον Θεό. Είναι εκπληκτικές οι προσωπικές και πνευματικές μεταπτώσεις του ανθρώπου που φανερώνουν το μέτρο της αδυναμίας του.
Στην κάθε στιγμή της ζωής του κρίνεται ο άνθρωπος, που μπορεί να μεταπέσει από την αγγελική οδό στη ζωή των δαιμόνων και αντίστροφα. Αυτή η τραγικότητα και η εσωτερική πάλη του ανθρώπου, μπορεί να βρει διέξοδο μόνο με την Χάρη του Θεού. Αν ο άνθρωπος επιλέξει την οδό της Χάριτος του Θεού, τότε μπορεί να ελπίζει. Και η ελπίδα αυτή είναι έξω από τους όρους φιλελευθερισμού ή συντηρητισμού, αλλά είναι μέσα στο δίλημμα: Ζωή ή θάνατος, παρουσία ή απουσία του Θεού. Στο βαθμό που ο άνθρωπος θέλει να παλέψει μέσα του με την αμαρτία και τον διάβολο και να συναντήσει τον Θεό, κυοφορείται η αληθινή ζωή και η υγεία της ψυχής. Σε αντίθετη περίπτωση χάνει την ελπίδα να αποκαλυφθεί η Χάρη του Θεού μέσα του. Ο άνθρωπος δεν πρέπει να οχυρώνεται πίσω από συμβάσεις θρησκευτικές, κοινωνικές ή ψυχολογικές, αλλά να προσπαθεί να ζει γνήσια Χριστιανική ζωή.
Αγαπητοί μου φίλοι, ο άνθρωπος κρίνεται στο βαθμό της γνησιότητάς του, όταν μπορεί ανά πάσα στιγμή να παραδέχεται την πτώση του ή την μετάνοιά του. Κρίνεται στο βαθμό που ζητώντας τον Θεό, προτιμά να αυτοπαραιτηθεί και να βάλει κυβερνήτη στη ζωή του τον Θεό. Η άσκηση λοιπόν και η πρόκληση είναι: Ή θα στραφούμε στον ανθρώπινο νόμο της κενοδοξίας μας ή θα εμπιστευθούμε και θα στραφούμε στη ζωή της Χάριτος, όπου δια της χαράς απαγκιστρώνεται από τις μικρότητες ο νους και η ελευθερία μας, εντάσσονται και τα δύο στο Σώμα του Χριστού, χωρίς πλέον να υπάρχει δυνατότητα να κυριαρχεί η αμαρτία μέσα μας. Μέσα από το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα, καλούμαστε να ξεπεράσουμε τον νομικισμό και να ζήσουμε την αληθινή Χριστιανική ζωή κοντά στον Χριστό και στην Εκκλησία Του.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

« ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ »


Ο Όσιος Πορφύριος γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό. Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β' Δημοτικού, μετέβη στη σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά "Καυσοκαλύβια" του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.
Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός. Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο π. Πορφύριος εγκαταστάθηκε στη Μονή Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.
Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου στις 12 Οκτωβρίου διορίστηκε ως Εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών στην Ομόνοια.
Στις 16 Μαρτίου 1970, έχοντας συμπληρώσει 35ετία, έλαβε μικρή σύνταξη από το Ταμείο Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος και αποχώρησε από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, όπου όμως συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το 1973. Τη χρονιά εκείνη έφυγε από την Αθήνα για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλλίσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης  και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του.
Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και κοιμήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους,
Κατατάχθηκε στο Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, από την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στη συνεδρίασή της που διεξήχθη στις 27 Νοεμβρίου 2013.

el.wikipedia.org

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ »


Ο πλούσιος νέος της σημερινής Ευαγγελικής περικοπής, αγαπητοί μου φίλοι, είχε μεγάλα πνευματικά ενδιαφέροντα. Ήταν άρχοντας της Συναγωγής και είχε μεταφυσικές αναζητήσεις. Μόλις λοιπόν αντίκρισε τον Κύριο, Τον πλησίασε και με ισχυρό ενδιαφέρον Τον ρώτησε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» (ΛΟΥΚΑ 18, 18). Και ο Κύριος του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς “αγαθό”; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Ξέρεις τις εντολές: μη μοιχεύσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου» (ΛΟΥΚΑ 18, 19-20). Εκείνος ξαφνιασμένος από την απροσδόκητη αυτή απάντηση είπε με απορία: «Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου» (ΛΟΥΚΑ 18, 21). Και ο Κύριος του ανταπάντησε: «Ένα ακόμη σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεόˑ κι έλα να με ακολουθήσεις» (ΛΟΥΚΑ 18, 22).
Ο νέος όμως όταν το άκουσε αυτό, λυπήθηκε πολύ. Διότι ήταν πολύ πλούσιος και δεν ήθελε να αποχωρισθεί τα πλούτη του. Κι έτσι έφυγε από τον Χριστό. Πως όμως αρνήθηκε την προτροπή του Κυρίου ο νέος αυτός, ο οποίος είχε τόσο μεγάλες πνευματικές αναζητήσεις; Αν και νέος, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για την αιωνιότητα. Αν σήμερα ρωτήσουμε τους νέους ανθρώπους, αλλά και ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, αν τους ενδιαφέρει η αιωνιότητα, θα μας κοιτάξουν σαν να βλέπουν μπροστά τους κάτι το εξωπραγματικό! Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν μόνο για τις ηδονές και την ύλη. Ο νέος του σημερινού Ευαγγελίου όμως ήθελε πραγματικά να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Γι’ αυτό και από τα παιδικά του χρόνια αγωνιζόταν να τηρεί τις εντολές του Θεού. Και για να πάρει απάντηση σε ένα τόσο σοβαρό θέμα, έψαχνε τον κατάλληλο διδάσκαλο.
Ο νέος του σημερινού Ευαγγελικού αναγνώσματος, προσδοκούσε ότι ο Κύριος θα μπορούσε να τον οδηγήσει με ασφάλεια στην αιώνια ζωή. Περίμενε λοιπόν να ακούσει κάτι το ιδιαίτερο από αυτά που έκανε. Όταν όμως πήρε την απάντηση αυτή, ξαφνιάσθηκε. Αυτός είχε ζωή καθαρή, είχε πίστη, είχε αναζητήσεις, δεν είχε όμως αυτογνωσία και διάθεση θυσιαστικής υπακοής. Επιθυμούσε την αιώνια ζωή, αλλά ήταν κυριευμένος από το φοβερό πάθος της φιλαργυρίας. Κι ενώ στην αρχή φάνηκε πρόθυμος να ακούσει τις οδηγίες του Κυρίου και να τις εφαρμόσει, στη συνέχεια όταν του τέθηκε το δίλημμα, ή ο Χριστός ή τα πλούτη, προτίμησε τα πλούτη του και αρνήθηκε την αιώνια Βασιλεία. Ο πλούσιος νέος ήταν προσκολλημένος στα υλικά αγαθά και μάλιστα δεν καταλάβαινε το πάθος το οποίο τον τυραννούσε. Νόμιζε πως ήταν ένας πνευματικός άνθρωπος, ένας ηθικός και τέλειος άνθρωπος.
Δεν αρκεί λοιπόν μόνο να πιστεύουμε και να ποθούμε την αιώνια ζωή. Δεν αρκεί να έχουμε πνευματικά ενδιαφέροντα και να ακούμε θρησκευτικές ομιλίες. Δεν μας εξασφαλίζει το γεγονός ότι πολλοί έχουμε από τα παιδικά μας χρόνια τηρήσει κάποιες βασικές εντολές. Μπορεί μέσα μας να είναι κρυμμένο κάποιο πάθος, το οποίο να μας οδηγήσει στο να χάσουμε την αιώνια ζωή. Από την μεριά μας χρειάζεται να έχουμε διάθεση υπακοής και θυσίας. Πρέπει να μάθουμε να υπακούμε στις εντολές του Θεού. Αν θέλουμε να είμαστε γνήσιοι μαθητές του Χριστού, οφείλουμε να υπακούμε σε όλες τις εντολές Του και όχι μόνο σε εκείνες που θέλουμε. Κάτι που έκανε ο νέος του σημερινού Ευαγγελίου. Αν θέλουμε να είμαστε πραγματικοί μαθητές του Χριστού και όχι μόνο στο όνομα, πρέπει να Τον ακολουθούμε όπου μας καλέσει, θυσιάζοντας τα πάντα γι’ Αυτόν, όσο και αν αυτό μας φαίνεται δύσκολο και ακατόρθωτο.
Όταν ο Χριστός είδε τον νέο να φεύγει τόσο πολύ λυπημένο, είπε: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στην Βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα! Ευκολότερο είναι να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στην Βασιλεία του Θεού» (ΛΟΥΚΑ 18, 24-25). Όσοι Τον άκουσαν είπαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;» (ΛΟΥΚΑ 18, 26). Και ο Κύριος απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για τον Θεό είναι δυνατά» (ΛΟΥΚΑ 18, 27). Η Χάρη του Θεού λοιπόν κάνει δυνατά όχι μόνο τα δύσκολα, αλλά και τα αδύνατα. Διότι μόνο με την Χάρη του Θεού μπορεί ο πλούσιος να απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή του στα πλούτη του. Το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα πάθη. Μόνο με την Χάρη του Θεού μπορούμε να τα πολεμήσουμε. Ο Κύριος τονίζει, στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, την προσκόλληση στον πλούτο, επειδή αυτή δημιουργεί πολύ μεγάλη εξάρτηση.
Αγαπητοί μου φίλοι, ο πλούτος αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και τον κυριεύει. Τον ταυτίζει με την ύλη και τον σκληραίνει πολύ. Γι’ αυτό ο Κύριος μας εξηγεί ότι η απεξάρτηση από τα πλούτη είναι αδύνατη με τις  φτωχές μας ανθρώπινες δυνάμεις και δυνατή μόνο με την Χάρη Του. Αλλά και γενικώτερα τα πάθη που μας ταλαιπωρούν, δεν πολεμούνται με τις δικές μας φτωχές δυνάμεις, αλλά χρειάζεται η Χάρη του Θεού. Χωρίς τη βοήθεια του Θεού δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε κανένα πάθος. Η πνευματική ζωή είναι θαύμα της Χάριτος του Θεού. Το να αποκολληθεί η καρδιά του ανθρώπου από την ύλη, τον κόσμο, και την σάρκα και να στραφεί προς τον Θεό και τα ουράνια αποτελεί θαύμα της Χάριτος του Θεού. Ας αγωνισθούμε λοιπόν όσο μπορούμε. Ας κάνουμε εμείς το ελάχιστο, για να μας προσφέρει ο Θεός το άπειρο, την παντοδύναμη Χάρη Του.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ »


Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου φίλοι, ακούσαμε την παραβολή του άφρονος πλουσίου. Ο Χριστός μας στη σημερινή παραβολή μας επισημαίνει τη στάση του ανθρώπου έναντι του πλούτου, έναντι των υλικών αγαθών και αναφέρεται στον άφρονα πλούσιο, ο οποίος είχε βάλει ως στόχο στη ζωή του την απόλαυση. Έρχεται όμως ο θάνατος, λέει η περικοπή, και διακόπτει όλη αυτή την ευφροσύνη, αλλά και θέτει στον πλούσιο το ερώτημα: «Α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (ΛΟΥΚΑ 12, 20). Ο θάνατος κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι ευλογία, προκειμένου να μην γίνει το κακό αθάνατο. Δεν μπορεί να υπάρξει χαρά και ευφροσύνη μακριά από το πρόσωπο του Χριστού. Η αμαρτία, η αστοχία του πλουσίου, βρίσκεται στο γεγονός ότι επένδυσε σε κάτι που δεν έχει σχέση με την αιωνιότητα. Επένδυσε σε κάτι που δεν νικά τον θάνατο.
Δεν είναι πρόβλημα τα υλικά αγαθά, ούτε κρίνεται ηθικά ή ψυχολογικά το πόση εμμονή έχουμε ή σε ποιο ποσοστό επενδύουμε σε αυτά. Αυτό που κρίνεται είναι κάτι βαθύτερο. Είναι η όλη στάση της ζωής μας στον τρόπο χρήσης των υλικών αγαθών. Πως, δηλαδή, τοποθετούμαστε απέναντι στα πράγματα και, κυρίως, τι είναι αυτό που μπορεί να νικήσει τον θάνατο. Τα υλικά αγαθά πρέπει να τα αφήσουμε; Μα ποιος είπε ότι τα υλικά αγαθά δεν μπορούν να νικήσουν τον θάνατο; Απόδειξη είναι η Θεία Ευχαριστία. Υλικά αγαθά παίρνουμε. Ψωμί και κρασί, που γίνεται Σώμα και Αίμα Χριστού. Δεν φταίνε τα υλικά αγαθά, αλλά ο τρόπος προσέγγισής μας απέναντι σε αυτά. Την κτίση και τα αγαθά της δεν θα πρέπει να τα προσλαμβάνουμε εγωκεντρικά ως μία διαδικασία φίλαυτης απόλαυσης. Θα πρέπει να τα θεωρούμε δώρα του Χριστού, που μας οδηγούν σε Αυτόν.
Έτσι μόνο τα δώρα αυτά μπορούν να διακονήσουν εμάς και τους αδελφούς μας. Επομένως δεν φταίνε τα υλικά αγαθά, αλλά φταίει η ελευθερία μας, που δεν έμαθε να ξεφεύγει από τα όρια τα στενά του εαυτού μας. Η πρόκληση και η πρόσκληση της Εκκλησίας μας είναι ακριβώς να φύγουν αυτά τα δεσμά, τα οποία διαλύουν τελικά τον εαυτό μας και τον νεκρώνουν, και να αναφερθούμε στον Αναστημένο Χριστό. Η ζωή μας να γίνει Θεία Λειτουργία, να γίνει δηλαδή ευχαριστιακή προσέγγιση. Όλα να τα δούμε ως δώρα του Θεού και να τα αναφέρουμε στον Χριστό. Αυτή η προσέγγιση είναι που παρέχει τη δυνατότητα τα υλικά αγαθά να αποκτήσουν υπόσταση και να αφθαρτοποιηθούν. Να γίνουν, δηλαδή, δυνατότητες εμπειρίας της Ανάστασης του Χριστού, του γεγονότος του Χριστού. Μόνο έτσι μπορούμε να δούμε με διαφορετικό τρόπο τα υλικά αγαθά.
Το όλο θέμα κρίνεται στον βαθμό που παύουμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας, είτε αμαρτάνουμε είτε βρισκόμαστε στην αρετή. Κρίνεται στον βαθμό που καταλαβαίνουμε ότι όλη η διαδικασία του αγώνα και της άσκησης γίνεται για να αντιληφθούμε ότι όλα όσα δίνει ο Θεό είναι δώρα. Ακόμη και το γεγονός της σωτηρίας μας είναι δώρο του Θεού και όχι αποτέλεσμα του δικού μας αγώνα και των δικών μας αρετών. Οφείλουμε να απεγκλωβισθούμε από τον θαυμασμό του εαυτού μας. Γιατί η απόκτηση όλο και περισσοτέρων υλικών αγαθών, αλλά και οι διάφορες απολαύσεις, οδηγούν στην θεοποίηση του εαυτού μας. Μακριά από τον Θεό και στηριζόμενοι μόνο στις δικές μας δυνάμεις και στον πλούτο μας, οδηγούμαστε σε ναρκισσισμό. Οδηγούμαστε σε μία εγωπάθεια, η οποία φυσικά δεν αρέσει στον Θεό. Ο Θεός αναπαύεται μόνο στους ταπεινούς ανθρώπους.
Οπότε το θέμα είναι τόσο ο εαυτός μας όσο και όλα τα της ζωής μας να πάψουν να είναι αποσυνδεδεμένα από το πρόσωπο του Χριστού και όλα να έχουν την παρουσία του Χριστού. Να είναι δυνατότητες προσέγγισης του Χριστού και των αδελφών μας. Τότε μόνο η ζωή μας γίνεται Λειτουργία. Τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η πρόκληση και η ευλογία της Εκκλησίας είναι η νίκη του θανάτου. Είναι η αφθαρτοποίηση της ζωής μας. Και αυτό γίνεται αν συνδεθούμε με τον Αναστημένο Χριστό. Αυτό, βέβαια, απαιτεί κόπο και αγώνα. Απαιτεί τον κόπο να ξεφορτωθούμε την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και να στηριζόμαστε πλέον μόνο στην δύναμη του Θεού. Με την ταπείνωση μπορούμε να αντιληφθούμε τη δική μας αδυναμία και να επενδύσουμε στη σχέση μας με τον Χριστό. Το ίδιο μας διδάσκει με τη ζωή Του ο Χριστός. Όλη Του η ζωή είναι μία ταπεινοφροσύνη.
Αγαπητοί μου φίλοι, αν απεκδυθούμε τη δύναμή μας, τότε καταλαβαίνουμε ότι η σωτηρία δεν είναι η προσπάθειά μας, αλλά είναι δώρο. Η προσπάθειά μας πρέπει πρώτιστα να είναι να πάψουμε να πιστεύουμε στον εαυτό μας και όλη η άσκησή μας εκεί να προσβλέπει. Τότε καταλαβαίνουμε ότι η ζωή είναι χαρά και ευφροσύνη. Τότε αποκτάμε άλλη θέση απέναντι στα υλικά αγαθά και στον πλούτο. Χρησιμοποιούμε πλέον τον πλούτο για το καλό των συνανθρώπων μας, για το καλό της κοινωνίας, για το καλό όλων μας. Η χαρά αυτή ξεπερνά την παρούσα ζωή. Είναι εμπειρία του μέλλοντος αιώνος. Είναι μία υπερφυσική κατάσταση. Δεν κατανοείται με την λογική και μόνο. Δεν είναι μία αφηρημένη κατάσταση, αλλά είναι η διαρκής αίσθηση της παρουσίας του Σώματος του Χριστού. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την προσκόλλησή μας στα υλικά αγαθά.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.