Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ »


Στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, αγαπητοί μου φίλοι, βλέπουμε τον Κύριο να περπατάει στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας και πλήθος κόσμου να τρέχει κοντά Του. Και καθώς βλέπει δύο μικρά πλοία αραγμένα στη λίμνη, μπαίνει σε ένα από αυτάˑ είναι το πλοίο του Σίμωνα. Και τον παρακαλεί να το σύρει λίγο πιο μέσα στη λίμνη, προκειμένου να διδάξει τα πλήθη μέσα από το πλοίο αυτό. Όταν τελείωσε τη διδασκαλία Του ο Κύριος, λέει στον Σίμωνα να πάει το πλοίο πιο βαθιά στη λίμνη και να ρίξουν τα δίχτυα τους. Ο Σίμων όμως του αποκρίθηκε πως όλη τη νύκτα είχαν ρίξει τα δίχτυα τους και δεν είχαν πιάσει κανένα ψάρι. Όμως επειδή το έλεγε ο Κύριος θα έριχνε και πάλι τα δίχτυα. Και το θαύμα που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Τα δίχτυα τους γέμισαν με πολλά ψάρια, ώστε άρχισαν να σχίζονται. Οι ψαράδες τότε φώναξαν αμέσως τους συνεταίρους τους για να τους βοηθήσουν.
Τι νόημα όμως είχε αυτό το τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ο Κύριος πριν το επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους και μάλιστα σε ακατάλληλη ώρα; Διότι ο Κύριος ήθελε να διδάξει μεγάλες αλήθειες, μέσα από το θαύμα αυτό, στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους οποίους σε λίγο θα καλούσε να γίνουν αλιείς ανθρώπων και να σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα όλη την οικουμένη. Αυτό το θαύμα ήταν τύπος της πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε να χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους. Έπρεπε να το θυμούνται πολύ καλά οι Απόστολοι του Κυρίου, όταν αργότερα στο τεράστιο έργο τους θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις. Έπρεπε να θυμούνται και να συναισθάνονται ότι στην πνευματική τους διακονία, χωρίς τον Κύριο, δεν θα μπορούσαν να πετύχουν τίποτα, ενώ με τη δική Του δύναμη θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα.
Επίσης μέσα από το εντυπωσιακό αυτό θαύμα ήθελε ο Κύριος να κάνει τους μαθητές Του να καταλάβουν, ότι για να έχουν καρποφορία στο έργο τους, θα έπρεπε να έχουν τυφλή υπακοή στα προστάγματά Του. Ακόμη και σε αυτά που δεν κατανοούσε η περιορισμένη λογική τους. Να μην έχουν ούτε ένα λογισμό αμφιβολίας. Φυσικά η υπακοή δεν είναι κατάργηση της ελευθερίας του ανθρώπου, αλλά αληθινή δύναμη, αφού κόβεται το θέλημά του μπροστά στην αληθινή ελευθερία, που είναι ο Χριστός. Ακόμη ο Κύριος ήθελε οι μαθητές Του να μην υπολογίζουν κόπο και θυσίες. Αυτοί να δίνουν τον χρόνο τους, τον κόπο τους και τη ζωή τους, για να τα μεταχειρισθεί όπως Αυτός ήθελε. Τέλος οι μαθητές έπρεπε να έχουν την βεβαιότητα ότι ο Κύριος βλέποντας τη θυσία τους, την πρόθυμη υπακοή τους και την αδιάσειστη πίστη στη δύναμή Του, θα τους επιβράβευε με κάθε τρόπο.
Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές αυτό και ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στα γόνατα του Χριστού και είπε: Βγες από το πλοίο μου και φύγε από μένα, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν είμαι άξιος να Σε έχω στο πλοίο μου. «Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγωνˑ έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε» (ΛΟΥΚΑ 5, 8). Ο Απόστολος Πέτρος καταλάβαινε την αμαρτωλότητά του. Ο Κύριος όμως τον καθησύχασε και του είπε: Μη φοβάσαι. Από τώρα θα σαγηνεύεις ανθρώπους, τους οποίους με το κήρυγμά σου θα οδηγείς στη σωτηρία. «Και είπε προς τον Σίμωνα ο Ιησούςˑ μη φοβούˑ από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (ΛΟΥΚΑ 5, 10). Κατόπιν, αφού όλοι μαζί οι ψαράδες επανέφεραν τα πλοία στη στεριά, άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν. «Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (ΛΟΥΚΑ 5, 11).
Η στάση όμως αυτή του Αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί αντί να πανηγυρίσει για το μεγαλειώδες αυτό θαύμα, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το πλοίο του; Αυτός που από τα παιδικά του χρόνια περίμενε τον Μεσσία, τώρα Του ζητά να φύγει από τη ζωή του; Ασφαλώς το αίτημα του Πέτρου δεν εκφράζει μια διάθεση άρνησης του Χριστού. Αντίθετα. Ο άδολος αυτός ψαράς της Γαλιλαίας ένιωσε την ώρα εκείνη ένα φοβερό συγκλονισμό στην ψυχή του. Κατάλαβε μέσα από το γεγονός αυτό, ότι δεν έχει μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, αλλά ένα μοναδικό διδάσκαλο που έχει θεία δύναμη. Και αισθανόμενος το μεγαλείο Του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό Του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και Τον προσκυνά. Διότι αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο της παρουσίας Του. Αισθάνεται την αγιότητα του Χριστού και την δική του αμαρτωλότητα.
Αγαπητοί μου φίλοι, αυτό ακριβώς συμβαίνει σε κάθε πνευματικό άνθρωπο κάθε φορά που αισθάνεται ιδιαιτέρως έκδηλη την ευλογία του Θεού στη ζωή του. Είναι ένα βίωμα που το νιώθουμε οι πιστοί καθώς βρισκόμαστε σε μία ιερή ώρα της λατρείας ή σε στιγμές που αισθανόμαστε ολοζώντανο τον Θεό στη ζωή μας. Σε αυτές τις στιγμές αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μας. Μας συνέχει ο φόβος του Θεού. Φοβόμαστε την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα την ποθούμε. Πώς να πλησιάσουμε τον πάναγνο Κύριο εμείς οι ανάξιοι; Όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε το έλεος και την αγάπη του Χριστού. Γι’ αυτό ας στεκόμαστε με δέος και φόβο ενώπιόν Του και ας Τον παρακαλάμε ταπεινά να μην φύγει ποτέ από κοντά μας εξαιτίας της αμαρτωλότητάς μας, να μένει πάντοτε στη ζωή μας και να την γεμίζει με τις ευλογίες Του.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.




Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

« ΦΡΕΝΟ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ, ΦΩΤΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ (ΙΑΤΡΟΥ) »


Η λεγομένη «Αγία και μεγάλη σύνοδος» της Κρήτης, ως  εκκλησιαστικό ιστορικό γεγονός, αποτελεί πλέον παρελθόν. Δεν αποτελούν, όμως, παρελθόν τα αποτελέσματα και οι συνέπειές της. 
Ήδη, τα πορίσματα και οι αποφάσεις της «συνόδου» άρχισαν να μπαίνουν σε εφαρμογή. Μια εφαρμογή, που ξαναφέρνει ζωηρά στο προσκήνιο την προαιώνια διελκυστίνδα φιλενωτικοί-ανθενωτικοί, οικουμενιστές-παραδοσιακοί. Έτσι, το μεν ακατήχητο μέρος του λαού μας, έχει περιπέσει σε πρωτοφανή σύγχυση, ο δε έντιμος κλήρος και οι περί αυτόν πιστοί βρίσκονται σε κατάσταση πνευματικής ετοιμότητας και έντονου προβληματισμού.
Τα γεγονότα, τα μετασυνοδικά, μιλάνε από μόνα τους:
α) Αγιορείτες μοναχοί, αλλά και παππάδες Ιερών Μητροπόλεων, συκοφαντούνται, διώκονται και τρομοκρατούνται, για τον αγώνα τους τον αντιαιρετικό, για την καταπολέμηση κυρίως της παναίρεσης του οικουμενισμού, για το Πατερικό τους φρόνημα. (1,2)
β) Πατριάρχες, αρχιεπίσκοποι και μητροπολίτες, απροκάλυπτα πλέον, θαυμάζουν και επαινούν την διοργάνωση από αιρετικούς, χριστιανικού τάχα συνεδρίου στην «μεικτή μοναστική κοινότητα» του Μποζέ. (3,4)
γ) Έλληνες μητροπολίτες δηλώνουν περιχαρείς και ανερυθρίαστα, ότι «επιτέλους λύθηκε το πρόβλημα των μεικτών γάμων και έτσι οι χριστιανοί(;) θα μπορούν να παντρεύονται ελεύθερα μεταξύ τους». (5)
δ) Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος καμαρώνουν «συνοδικώς» για το έργο του «παγκοσμίου συμβουλίου εκκλησιών», την «κουρελού του διαβόλου», όπως έλεγε ο Άγιος γέροντάς μας Παΐσιος. (6)
ε) Καρδινάλιοι και πάστορες την πρώτη της Ινδίκτου, σύμφωνα με ανάρτηση του επισήμου ιστολογίου του Πατριαρχείου μας, «εκκλησιάζονται» και «συμπροσεύχονται» μέσα στον Πατριαρχικό μας Ιερό Ναό, σε ώρα Εσπερινού και Θείας Λειτουργίας, λες και κατέχουν Αποστολική διαδοχή, λες και φέρουν Ιεροσύνη, λες και μετανόησαν για τις πλάνες τους και ζήτησαν με συντριβή να γυρίσουν πίσω στην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. (7)
στ) Πατριάρχες και επίσκοποι, «συνοδική αποφάσει», αναγνωρίζοντας εκκλησιαστικότητα σε αμετανόητους αιρετικούς,  αποκαλούν τους παπικούς, τους προτεστάντες και τους μονοφυσίτες «αδελφές εκκλησίες» και συμπροσεύχονται μαζί τους. (7,8)
ζ) Επίσκοποι του Πατριαρχικού Θρόνου, παραθεωρώντας αποφάσεις Συνόδων και περιφρονώντας σχετικές διδασκαλίες των Αγίων μας, δηλώνουν ότι «οι Ορθόδοξοι και οι ρωμαιοκαθολικοί είμαστε οι δύο πνεύμονες της Μίας Εκκλησίας». (9)
η) Ο πάπας, ο μεγαλύτερος εχθρός της Ορθοδοξίας μας κατά τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και όχι μόνον, εκφράζει δημοσίως την ευαρέσκειά του για τα αποτελέσματα της «αγίας και μεγάλης συνόδου», και οι περισσότεροι από τους δικούς μας πνευματικούς ταγούς δέχονται τους επαίνους αυτούς, χωρίς ίχνος προβληματισμού. (10,11)
Πάντως -σε αντίθεση με την πλειονότητα της εκκλησιαστικής μας διοίκησης- είναι ολοφάνερο, ότι ο φιλότιμος κλήρος και ο πιστός λαός, μαθαίνοντας μέσω υπευθύνων δημοσιευμάτων το τί αποφασίστηκε στην «σύνοδο» της Κρήτης, έχουν περιέλθει σε μια κατάσταση αφόρητης συνειδησιακής κρίσεως και συγχρόνως καλής ανησυχίας. 
Η συνειδησιακή αυτή κρίση -κατά το βιβλικό «οργίζεσθε και μη αμαρτάνετε»- γέννησε πολύ γρήγορα και τον θυμό. Απέναντι, δηλαδή, στις επιθέσεις των αιρετικών, όπως διδάσκει και ο Μέγας Βασίλειος, διέγειρε το «νεύρο της ψυχής». Ενεργοποίησε  δυναμικά το πατροπαράδοτο ομολογιακό φρόνημα του πληρώματος της Εκκλησίας, υψώνοντας έτσι, θεοφρούρητα αναχώματα απέναντι στις διαθέσεις των οικουμενιστών.
Από την άλλη μεριά, η καλή ανησυχία, όπως συνήθιζε να την ονομάζει ο άγιος γέροντάς μας Παΐσιος, αναδεικνύεται στις ημέρες μας ως η πνευματική εκείνη δύναμη, η οποία κατορθώνει ταυτόχρονα τρία πράγματα:
Πρώτον, με την Χάρι του Τριαδικού μας Θεού, διατηρεί ανόθευτη και ακεραία την εκκλησιολογική και δογματική συνείδηση στις ψυχές του πιστού μας λαού και του έντιμου κλήρου.
Δεύτερον, εκφραζόμενη καθημερινά με έμπρακτη ομολογία Πίστεως, βάζει φρένο στα σχέδια κάποιων οικουμενιστών επισκόπων μας, οι οποίοι δεν υπακούουν πια στο Πνεύμα το Άγιον, αλλά στα «πρωτεία» και στα κελεύσματα του περιβόητου «παγκοσμίου συμβουλίου εκκλησιών».
Και τρίτον, η καλή αυτή ανησυχία του πληρώματος της Εκκλησίας, ξυπνάει, στις καρδιές των καλών μας παραδοσιακών Επισκόπων, την μνήμη της Αρχιερατικής τους Υπόσχεσης. Τους ελέγχει και τους προβληματίζει σοβαρά για την μέχρι τούδε ανοχή και σιωπή τους. Οι Αρχιερείς μας, στην πλειονότητά τους, δεν είναι οικουμενιστές. Απλώς, παγιδεύτηκαν. Θαμπώθηκαν από το οικουμενιστικώς νοούμενον «φιλαδέλφως» και υπέγραψαν αποφάσεις, για τις οποίες, το ποίμνιό τους και προπαντός η θριαμβεύουσα Εκκλησία, θλίβονται και θρηνούν. Άλλο πράγμα, όμως, το «φιλαδέλφως» των Φράγκων και άλλο το «αγιοπνευματικώς» και «θεαρέστως» των Αγίων Πατέρων μας.
Μετασυνοδικώς, απλοί παπάδες, ταπεινοί μοναχοί και πιστός λαός, «προσκαρτερούντες τη προσευχή», ελπίζουμε στο Έλεος του φιλανθρώπου Θεού, να μας απαλλάξει σύντομα από τους νεοφανείς ψευτοποιμένες και να φωτίσει τους πραγματικούς μας ποιμένες, να πράξουν απλά και μόνον το Αρχιερατικό τους καθήκον. Να υπακούσουν, δηλαδή, στο Πνεύμα το Άγιον, το οποίον και τους ανέδειξε Αρχιερείς.

21.9.2016
________________________________________

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

« ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ »

Η σημερινή Κυριακή, αγαπητοί μου φίλοι, ονομάζεται Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Η Εκκλησία, με την εορτή αυτή, θέλει να μας δείξει πως ενώ ο Σταυρός ήταν σύμβολο οδύνης και καταισχύνης, με τον Χριστό γίνεται σύμβολο νίκης. Και αυτό γιατί απέκτησε άλλο περιεχόμενο. Το νέο περιεχόμενο που απέκτησε είναι το τεκμήριο για το μέγεθος της αγάπης του Θεού. Ο Χριστός φανέρωσε το μέγεθος της αγάπης Του με το να ανεβεί στον Σταυρό. Επομένως, για εμάς ο Σταυρός γίνεται ο τρόπος της σωτηρίας μας. Τα γεγονότα της ζωής μας αποκτούν ανάλογο περιεχόμενο όχι τόσο με την εξωτερική τους όψη όσο με τον εσωτερικό λόγο, με τον οποίο είναι συνδεδεμένα. Μία μορφή του Σταυρού είναι και ο σωματικός πόνος που, αν και φαίνεται αρνητικός στη ζωή μας, μπορεί να γίνει πηγή και αιτία της ζωής.  Μπορεί μέσα από αυτόν τον σωματικό πόνο, να αλλάξει ολόκληρη η ζωή μας.
Το ότι δεν προτείνεται ο Σταυρός όμως μόνο ως γεγονός πόνου αλλά και ως γεγονός Ανάστασης και ελπίδας, φανερώνεται στο σημερινό Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Η Εκκλησία μας προτείνει τον Σταυρό του Κυρίου όχι ως μία μορφή καταδίκης, αλλά ως σύμβολο νίκης και ελπίδας. Η Υμνολογία της ημέρας έχει σταυροαναστάσιμο περιεχόμενο. Δεν μπορεί να υπάρξει στην πνευματική ζωή ξεχωριστά ο πόνος από την θεραπεία. Δεν υπάρχει Ανάσταση ξεχωριστά από τον Σταυρό και Σταυρός χωρίς Ανάσταση δεν νοείται. Αυτά τα αντίθετα, τα οποία ενώνονται, καταφάσκουν στο γεγονός της σωτηρίας, καταφάσκουν στο γεγονός της ζωής. Η πορεία του Χριστιανού μέσα στον μάταιο αυτό κόσμο είναι Σταυροαναστάσιμη. Για να γευθούμε την Ανάσταση, πρέπει πρώτα να περάσουμε από τον Σταυρό. Μην θέλουμε Ανάσταση χωρίς Σταυρό.
Στη σημερινή εποχή τον πόνο τον φοβόμαστε. Δεν θέλουμε με τίποτα να πονέσουμε. Μας έχει διαλύσει η άνεση. Μας έχει διαλύσει η καλοπέραση. Θέλουμε μαγικούς παραδείσους, ένδειξη του ότι δεν έχουμε πνευματική ζωή. Δεν έχουμε αφυπνισθεί στη ζωή. Διότι όλες τις ευκολίες και όλες τις ανέσεις να μας δώσουν, στο τέλος θα έχουμε την πίκρα του κενού, της απουσίας του νοήματος. Και αυτό γιατί η απουσία του πόνου καταργεί τη δυνατότητα να είναι αφυπνισμένα και σε εγρήγορση τα γνωστικά μας όργανα, για να μπορούμε να κατανοούμε και να σχετιζόμαστε με τον άλλο άνθρωπο. Η άρνηση του πόνου σημαίνει εγκλωβισμό σε μία μορφή ευδαιμονισμού, που είναι κατάργηση του λόγου της ζωής, του λόγου των προσώπων, του λόγου των σχέσεων. Η άρνηση του πόνου δεν ταιριάζει σε αγωνιζομένους Χριστιανούς. Είναι μία παρά φύσιν κατάσταση.
Πρέπει όμως να διακρίνουμε με πολύ μεγάλη λεπτότητα ότι η ασκητική πρόταση της Εκκλησίας, που εκφράζεται με την μορφή του Σταυρού, δεν είναι καταθλιπτικότητα, δεν είναι αρνητισμός, δεν είναι απελπισία, δεν είναι θλίψη. Είναι ο δρόμος που οδηγεί στην αληθινή χαρά, που δεν μπορεί να κλέψει ο θάνατος, που δεν φθείρεται, αλλά μας οδηγεί από δόξα σε δόξα. Αν η ασκητική μας πορεία, αν ο ελάχιστος αγώνας πνευματικής ζωής που κάνουμε και που έχει την μορφή του πόνου, δεν γεννά τη δυνατότητα φωτός και χαράς, είναι στραβός ο αγώνας μας. Είναι ένα ψυχολογικό γεγονός που πολλές φορές κρύβει μία διάθεση αυτοδικαίωσης. Τα πράγματα όμως είναι εντελώς διαφορετικά. Ο Σταυρός προτείνεται ως το «ευσκιόφυλλον δένδρον», μέσα στην ερημιά της ζωής, για να αναπαυθούμε. Είναι η παρηγοριά μας μέσα στις αντιξοότητες της ζωής.
Ο Σταυρός του Κυρίου μας λέει: «Έχεις αμαρτίες, έχεις αδιέξοδα, είσαι απελπισμένος; Ζεις μία εσωτερική ανία, ραθυμία, ακηδία; Δεν ελπίζεις σε τίποτα; Ζεις με τον φόβο του θανάτου; Αναρωτιέσαι που είναι ο Θεός;» Να όμως η απόδειξη του Θεού το πόσο μας αγαπά. Μας αγαπά στο σημείο να σταυρώνεται, να κενώνεται ο Ίδιος, όχι για κάποιους ανθρώπους αόριστα, αλλά για τον κάθε άνθρωπο προσωπικά, όχι μόνο της εποχής Του αλλά μέχρι τα έσχατα αυτού του κόσμου και αιωνίως. Όσο είναι το μέγεθος της αγάπης του Θεού, τέτοια ελπίδα μπορούμε να έχουμε. Αυτούς τους καρπούς μπορούμε να απολαμβάνουμε, δια της μετανοίας: τη συγχώρηση και το έλεος του Θεού. Αυτή τελικά, είναι η σεμνότητα του Χριστιανού. Να παίρνει ένα σύμβολο καταδίκης και να το μετατρέπει σε σύμβολο αγάπης και αφοσίωσης. Γιατί μέσα από τον Σταυρό αναδεικνύεται η αγάπη του Θεού προς εμάς.
Αγαπητοί μου φίλοι, ο Σταυρός του Κυρίου μας δείχνει πως πρέπει να αγαπάμε τους συνανθρώπους μας. Μας δείχνει, ότι πρέπει να θυσιαζόμαστε για τους αδελφούς μας μέχρι θανάτου. Αυτό είναι ένα δύσκολο αγώνισμα, αλλά όχι ακατόρθωτο. Αλλά πως μπορούμε να κάνουμε ένα τέτοιο βήμα, αν δεν έχουμε τη βεβαιότητα αυτής της εμπειρίας; Εμείς ζούμε με έναν ψυχαναγκασμό μέσα στην Εκκλησία, γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να είμαστε καλοί, χωρίς προηγουμένως να έχουμε βεβαιωθεί προσωπικά για την πραγματική αξία και το περιεχόμενο της θυσίας του Χριστού, που είναι η απόδειξη της αγάπης Του. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοούμε τι ακριβώς πιστεύουμε. Αν έχουμε μία σταθερή πίστη, σίγουρα θα ξέρουμε πως πρέπει να συμπεριφερθούμε ως Χριστιανοί. Θα είμαστε σταθεροί και ακλόνητοι ακόμη και μπροστά στο μαρτύριο, αν κληθούμε.
Με αγάπη Χριστού,
π. Βασίλειος.